Ένα παλιό, ανεπίδοτο γράμμα και λίγες σκέψεις για τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής. Με αφορμή τις επίμαχες δηλώσεις του σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς και τη φασαρία που ακολούθησε στο πρόσφατο Φεστιβάλ του Βερολίνου.
Τέχνη και πολιτική: η θέση του Βιμ Βέντερς
Καθώς οι σειρήνες των πολέμων ηχούν εκκωφαντικά από παντού, η ρήση του Βιμ Βέντερς στην τελευταία Μπερλινάλε είναι καίριας σημασίας. Μπορεί όντως το σινεμά να βοηθήσει «στην επούλωση των πληγών ενός θρυμματισμένου πλανήτη»; Η θέση του βετεράνου σκηνοθέτη φαντάζει αισιόδοξη στα μάτια μου, καθώς ένα σκοτεινό ψηφιδωτό αρχίζει να ενώνει τα κομμάτια του επάνω από την ανθρωπότητα. Προσοχή: μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο που σχεδόν εξόρισε την πολιτική από την τέχνη, με αφορμή μια ερώτηση για το ανθρωπιστικό δράμα στη Γάζα.
Όπως αναμενόταν, η τοποθέτησή του γέννησε σειρά ενστάσεων και διαμαρτυριών. Στη συνέχεια, η νέα διευθύντρια του Φεστιβάλ, Τρίσια Τατλ, είδε τη θέση της να κλονίζεται όταν θεάθηκε πλάι σε μια παλαιστινιακή σημαία και στους ακτιβιστές-δημιουργούς του «Χρονικού μιας Πολιορκίας». Τέλος, μία βαθύτατα πολιτική ταινία διαμαρτυρίας, τα «Κίτρινα Γράμματα» του Τούρκου Ιλκέρ Τσατάκ, έφυγε με τη Χρυσή Άρκτο ανά χείρας. Εν ολίγοις, ο κινηματογράφος δεν έμεινε έξω από την πολιτική. Έγινε ιδεολογικό πεδίο μάχης. Οι κάμερες έγιναν νοητά πιστόλια και το κοινό έφυγε από τις αίθουσες περισσότερο διχασμένο παρά ενωμένο.
Το χαμένο «γράμμα των οδοφραγμάτων»
Αυτή η λίαν διδακτική κινηματογραφική περιπέτεια, μου θύμισε ένα γράμμα που θα έστελνα κάποτε στον Βέντερς. Ήταν Απρίλιος του 2003 και με είχε καταλάβει ένας οίστρος ρομαντικής αισιοδοξίας, όπως πλείστους συμπατριώτες μας, την επαύριον της διάνοιξης των οδοφραγμάτων. Αν θυμάστε, μία πλημμυρίδα συγκίνησης κατέκλυζε τους δρόμους. Οι μνήμες έβγαιναν από παλιά, σκονισμένα σεντούκια και τα βλέμματα των ανθρώπων, αίφνης ενώνονταν κάτω από τα συγκαταβατικά βλέμματα των φρουρών. Τότε και το δικό μας τείχος έδειχνε να σείεται, όπως εκείνο του Βερολίνου.
Το γράμμα μου ξεκινούσε κάπως έτσι: «Είναι η ώρα τα φτερά του έρωτα να χτυπήσουν, γιατί το ζητούν 70 χιλιάδες άνθρωποι που διαδηλώνουν στους δρόμους, ένας ερωτευμένος στρατιώτης στο καφέ ‘Berlin’ και άλλα τόσα πληγωμένα όνειρα, μέσα σε προθήκες καταστημάτων, πίσω από ταμεία τραπεζών, πάνω σε πάγκους υπαίθριων πωλητών και -κυρίως- μέσα στα ερείπια των παλιών σπιτιών όπου ξυπνά η μνήμη». Το γράμμα δεν το έστειλα ποτέ. Ο χρόνος πέρασε και τα όνειρα έγιναν κάτι σαν αφθώδης πυρετός. Και ο αγαπημένος μου δημιουργός, ο οποίος το 1987 οραματίστηκε ερωτευμένους αγγέλους πάνω από το διχοτομημένο Βερολίνο, έγινε ένας αποστασιοποιημένος πραγματιστής.
Κινηματογράφος και προπαγάνδα
Αλλά, πόσο πραγματικός είναι ο διαχωρισμός του κινηματογράφου από την πολιτική; Ας μην ξεχνάμε πως κάθε ταινία είναι αναπόφευκτα πολιτική. Είναι στάση ζωής, θέση κοινωνική, φωτογραφία του κόσμου μέσα από τη ματιά του δημιουργού της. Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι Σοβιετικοί πρωτοπόροι συνειδητοποίησαν πως σινεμά και πολιτική μπορούν κάλλιστα να λειτουργήσουν σαν δύο συγκοινωνούντα δοχεία.
Ο Βσέβολοντ Πουντόβκιν, ο Σεργκέι Άιζενσταϊν και άλλοι έβαλαν το ένα πλάνο απέναντι στο άλλο και διέβλεψαν την «πάλη των τάξεων» σε μια αισθητική αντίθεση. Η ειρωνεία είναι πως η ανακάλυψή τους αποτέλεσε εργαλείο, όχι μόνο του σινεμά, αλλά και της πιο θεμελιώδους μηχανής καπιταλιστικής προπαγάνδας: της διαφήμισης.
Η λέξη «προπαγάνδα» είναι κλειδί στην ιδεολογική διαμάχη. Δεν θα αναφερθώ σε ακραία παραδείγματα, όπως τον ναζιστικό «Θρίαμβο της Θέλησης» της Λένι Ρίφενσταλ. Θα μιλήσω για κάτι πολύ πιο εκλεπτυσμένο: για το αντιπολεμικό «Αποκάλυψη Τώρα» του Φράνσις Φορντ Κόπολα, που ένωσε τη μουσική του Βάγκνερ, τις βόμβες ναπάλμ και τον ήχο των ελικοπτέρων, κάτω από τον μανδύα μιας ανεπανάληπτης κινηματογραφικής ψυχεδέλειας. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Ζαν Μποντριγιάρ, με αυτή την ταινία η Αμερική κέρδισε τον πόλεμο του Βιετνάμ, ηθικά αλλά και ουσιαστικά. Η δική της θεώρηση του πολέμου μεταβιβάστηκε στο δικό μας συλλογικό ασυνείδητο.

Τα αόρατα «στελθ» του σινεμά που αντιστέκονται
Όντως, το σινεμά διαθέτει ένα πλούσιο οπλοστάσιο πολιτικού σχολιασμού. Για να μιλήσουμε τη γλώσσα της δυσοίωνης επικαιρότητας, υπάρχουν και αόρατα όπλα: τα «στελθ» τα οποία παραμένουν απρόσιτα στα ραντάρ της εξουσιαστικής λογοκρισίας. Ένα παράδειγμα είναι το προκλητικό «Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του και ο Εραστής της» του Πίτερ Γκρίναγουεϊ, το οποίο τοποθέτησε τη βίαιη, κοινωνική δυστοπία της Θατσερικής εποχής στο τραπέζι ενός μπαρόκ, βρετανικού εστιατορίου.
Ο Τσέχος Πάβελ Γιουράτσεκ ήταν ακόμη πιο τολμηρός όταν επιχείρησε να διασκευάσει τα θαυμαστά «Ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Τζόναθαν Σουίφτ. Στην ειρωνική «Υπόθεση για έναν αρχάριο δήμιο» ο απολυταρχικός, γραφειοκρατικός παραλογισμός της κομμουνιστικής Τσεχοσλοβακίας κρύφτηκε μέσα στο μυθικό, ιπτάμενο νησί της Λαπούτα. Αλλά, τα πανούργα «ραντάρ» του καθεστώτος εντόπισαν την παραβολή και ο δημιουργός πλήρωσε το τίμημα.

Επιστρέφοντας στον Βέντερς, υποψιάζομαι πως ο αφορισμός του δεν περιλαμβάνει ταινίες αυτού του τύπου. Φαντάζομαι πως τα βέλη της κριτικής του αγγίζουν ένα πιο αδρό, καταγγελτικό και μονοδιάστατο σινεμά. Θέλουν να διαχωρίσουν τον ακτιβιστή από τον καλλιτέχνη, αφαιρώντας από τον τελευταίο τα ιδεοληπτικά «πιστόλια» και «κανόνια». Αλλά, αγαπητέ μου Βιμ, ας μη λησμονούμε τα φιλειρηνικά «αναγνωριστικά» μας. Τα φιλμ, δηλαδή, που ίπτανται πάνω από τα κεφάλια μας, μεταφέροντας δυσανάγνωστα μηνύματα συμπαράστασης. Εκείνα, που με τους λεπτούς τους αισθητήρες, εντοπίζουν και αναγνωρίζουν μια βαθύτερη όψη του ανθρωπισμού μας.
Ελεύθερα, 8.3.2026










