«Όλοι σήμερα διαλέγονται, αλλά κανένας δεν ακούει. Εδώ έγκειται το μεγάλο πρόβλημα της ευρωπαϊκής Παιδείας», είχε πει η Ελένη Γλύκαντζη Αρβελέρ. Η φράση αυτή, μετά το θάνατό της, αποκτά έναν ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς η γνωστότερη Βυζαντινολόγος της εποχής μας βρίσκεται πλέον σε «αυτοκρατορικά συμπόσια» μιας άλλης διάσταση. Ο θάνατός της, παρομοιασμένος με μια μεταθανάτια μέθεξη, μοιάζει σαν να συνεχίζεται η ζωή που έζησε μέσα από τις πηγές της ιστορίας της Πόλης και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Αφήνοντας πίσω της έναν τεράστιο πνευματικό πλούτο, η Αρβελέρ δεν περιορίστηκε μόνο στην ακαδημαϊκή προσέγγιση των βυζαντινών χρόνων. Μέσα από τις συνεντεύξεις και τα γραπτά της, αναδείκνυε συνεχώς τη σημασία των ανθρωπιστικών σπουδών στην πρόοδο και τον πολιτισμό. Ο προβληματισμός της γύρω από τη σύγχρονη κοινωνία ήταν έντονος, καθώς η κοινωνία αυτή, προσηλωμένη στον ωφελιμισμό και την αποδοτικότητα, οδηγεί τις ανθρωπιστικές επιστήμες σε σταδιακή υποχώρηση μπροστά στην τεχνολογία και τις θετικές επιστήμες. Αυτή η αποξένωση από τις ανθρωπιστικές αξίες, από την ιστορική μνήμη και την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, είναι, κατά τη γνώμη της, το μεγαλύτερο πρόβλημα που απειλεί τον σύγχρονο πολιτισμό.
Σε μια από τις, ίσως, τελευταίες της συνεντεύξεις στην ΕΡΤ, με τη δημοσιογράφο Βίκη Φλέσσα, η Αρβελέρ ρωτήθηκε για τον θρησκευτικό φανατισμό που οδηγεί στην τρομοκρατία, χρησιμοποιώντας την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης (11 Σεπτεμβρίου 2001) ως παράδειγμα. Η δημοσιογράφος υπενθύμισε ότι οι δράστες ήταν μορφωμένοι και ζούσαν στη Δύση. Δεν ήταν απλώς φτωχοί ή κοινωνικά αποκλεισμένοι. Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορούσε την έλλειψη γνώσης, αλλά το είδος της γνώσης και το αξιακό της υπόβαθρο.
Η απάντηση της Αρβελέρ αποκαλύπτει μια βαθύτερη κρίση που πλήττει τον δυτικό πολιτισμό σε πολλές διαστάσεις: κοινωνική, οικονομική, πολιτική και θεσμική. Η δημοκρατία, όπως αφήνεται να νοηθεί ως συμπέρασμα μέσα από τα λεγόμενα της απάντησης της, δεν απειλείται μόνο από εξωτερικούς εχθρούς, αλλά από εσωτερικά ελλείμματα παιδείας και καλλιέργειας. Αναφέρθηκε στην τεχνοκρατική μόρφωση των τρομοκρατών, σημειώνοντας ότι όλοι τους είχαν σπουδές σε τεχνολογικά πεδία, χωρίς όμως ανθρωπιστική παιδεία. «Δεν υπάρχει καμία σκέψη ανθρωπιστική. Καμία Παιδεία ευρωπαϊκή», δήλωσε, εξηγώντας ότι η τεχνολογική εξειδίκευση δεν συνεπάγεται αυτομάτως αξιακό υπόβαθρο, ηθική συνείδηση ή βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου.
Στη συνέχεια, επεσήμανε το συλλογικό μας μερίδιο ευθύνης. Ως ένας γενικότερος προβληματισμός που προκύπτει, για το γεγονός ότι τα παιδιά μας μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον που τους προσφέρει μόνο δεξιότητες και όχι αξίες, μόνο πληροφορία και όχι σοφία και που τα καθιστά ευάλωτα σε κάθε μορφή δογματισμού, λαϊκισμού και προπαγάνδας. Η παιδεία δεν είναι απλώς επαγγελματική κατάρτιση, είναι μύηση στον διάλογο, στην αμφισβήτηση, στην ενσυναίσθηση. Είναι η ικανότητα να ακούς τον άλλον, να αναγνωρίζεις τη διαφορετικότητα και να συνθέτεις αντί να συγκρούεσαι. Είναι η καλλιέργεια της αυτογνωσίας και της ευθύνης απέναντι στο συλλογικό καλό.
Σήμερα, σε μια εποχή όπου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης εντείνουν τον θόρυβο των παράλληλων μονολόγων, η παρατήρησή της μοιάζει προφητική. Ο δημόσιος λόγος συχνά περιορίζεται σε κραυγές, σε επιφανειακές αντιπαραθέσεις και σε άκριτη αναπαραγωγή πληροφοριών. Η ταχύτητα έχει αντικαταστήσει τη σκέψη και η εικόνα έχει υπερισχύσει του στοχασμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανθρωπιστική παιδεία λειτουργεί ως αντίβαρο. Υπενθυμίζει ότι ο πολιτισμός δεν μετριέται μόνο με δείκτες ανάπτυξης, αλλά με το βάθος της δημοκρατικής συνείδησης και της κοινωνικής συνοχής. Αν ο πολιτισμός πρόκειται να επιβιώσει, οφείλει να επανασυνδεθεί με τα συνθετικά του στοιχεία: την ανθρωπιά, τη μνήμη, τον ουσιαστικό διάλογο και τη βαθιά, βιωματική Παιδεία που διαμορφώνει πολίτες και όχι απλώς ειδικούς.


