Η επέτειος της 1ης Απριλίου αποπνέει πάντα ένα αίσθημα υπερηφάνειας, που υπερκαλύπτει κάθε δυσωδία αμφισβήτησης του μεγαλείου της και διαλύει την καταθλιπτική θολούρα της σημερινής μας μιζέριας. Ένας λαός αναμετράται με την ιστορία και το παρελθόν του και αναζητεί στιγμές δόξας και μεγαλείου, για να μπολιάσει με αυτές τη δική του καθημερινότητα.
Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ ήταν η πιο σημαδιακή, η πιο λαμπρή στιγμή της σύγχρονης ιστορίας του τόπου. Θεμελιώθηκε στις αξίες, στην πίστη και στα ιδανικά νέων ανθρώπων, που έσπευσαν να στοιχηθούν στις επάλξεις ενός αγώνα, δηλώνοντας πρόθυμοι να θυσιάσουν ακόμη και τη ζωή τους. Μέσα τους ήταν ακράδαντα θεμελιωμένη η πίστη πως, με το αίμα της θυσίας τους, θα πότιζαν το δέντρο της λευτεριάς και του κύριου σκοπού του αγώνα τους, που ήταν η Ένωση με την Ελλάδα. Ναι, ο αγώνας της ΕΟΚΑ γι’ αυτό έγινε. Για να εκπληρωθεί ο εθνικός πόθος, ως συμπλήρωση της ιστορίας του γένους, για συνένωση όλων των κομματιών του Ελληνισμού σε έναν ενιαίο κρατικό κορμό. Διότι η λευτεριά ήταν απόλυτα ταυτισμένη στην εθνική συνείδηση των Κυπρίων με την Ένωση με τη μητέρα πατρίδα.
Το μεγαλείο ενός αγώνα δεν κρίνεται από το αποτέλεσμα. Οι πολιτικές ερμηνείες του ξεκινούν από τη στιγμή που τα όπλα σιγούν και η ιστορία αρχίζει να γράφεται με όρους διπλωματίας, γεωπολιτικών συμφερόντων και πολιτικών ισορροπιών. Αυτό, όμως, είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο ο καθένας μπορεί, με την απόσταση του χρόνου, να το ερμηνεύσει όπως ο ίδιος νομίζει. Ένας αγώνας, όμως, κρίνεται μέσα στην ιστορική στιγμή κατά την οποία διεξάγεται. Και ο αγώνας της ΕΟΚΑ δεν ήταν μόνο οι 300 αντάρτες των βουνών, ούτε μόνο οι ομάδες κρούσης. Ήταν ένας λαός ολόκληρος, που άνοιξε τα σπίτια του για να γίνουν καταφύγια των αγωνιστών. Ήταν οι μαθητές και οι μαθήτριες που μετέφεραν προκηρύξεις κρυφά μέσα από τα ρούχα και τα πηλήκιά τους.
Ήταν τα παιδιά που, σκαρφαλωμένα στη στέγη της Σεβερείου Βιβλιοθήκης του Παγκυπρίου Γυμνασίου, έριχναν πέτρες απέναντι στα όπλα των Εγγλέζων. Ήταν οι γιαγιάδες και οι παππούδες που μοίραζαν τις ευχές τους στα παλικάρια που έδιναν μάχες στα βουνά. Ήταν οι μοναχοί στα μοναστήρια, που τα μετέτρεπαν σε καταφύγια των ανταρτών. Ήταν οι μάνες και οι πατεράδες που, με υπέρβαση της θνητής τους φύσης, ευλογούσαν τον αγώνα των παιδιών τους. Ακόμη και όταν αυτά έπεφταν θυσιαζόμενα, μετέτρεπαν τη θλίψη τους σε μεγαλείο ψυχής και έδιναν θάρρος και κουράγιο σε όλον τον υπόλοιπο λαό.
Αυτός ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ 1955-59, ο οποίος καταγράφηκε ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη της πλειοψηφίας των Ελλήνων της Κύπρου, με το αποτύπωμα του μεγαλείου του να αντανακλάται στους τόπους της θυσίας και του μαρτυρίου των ηρώων. Εκεί όπου το κουβάρι της ιστορίας αρχίζει να ξετυλίγεται ως μαρτυρία των τελευταίων στιγμών, από την αγχόνη ως το δάσος του Μαχαιρά και από το Δίκωμο ως τα Σπήλια. Εκεί όπου το «Μολών λαβέ» αντήχησε ξανά μέσα από τους αιώνες και έσμιξε με τους στίχους του Ευαγόρα, ως διαχρονική παρότρυνση να πάρουμε μιαν ανηφοριά, αναζητώντας τον δρόμο της εθνικής και ατομικής μας ελευθερίας. Και σαν φάροι θα συνεχίσουν τα λόγια του Κυριάκου Μάτση να φωτίζουν πεισματικά τα σκοτεινά μονοπάτια της εθνικής μας αξιοπρέπειας, φωνάζοντας, σε πείσμα όλων, πως οι αγώνες δεν γίνονται για τα χρήματα, αλλά για την ελευθερία.
Σε αυτά τα μονοπάτια περπάτησε ένας λαός εκείνη τη χρυσή τετραετία του αγώνα της ΕΟΚΑ. Αυτό τιμήσαμε χθες, αυτό τιμούμε διαχρονικά. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας ήταν και είναι η κολυμβήθρα και η πυξίδα της εθνικής μας επιβίωσης.


