Πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα του κυπριακού ποδοσφαίρου, η οικονομική πραγματικότητα για τις κυπριακές ομάδες παραμένει εύθραυστη και ασταθής. Την ημέρα που η Κύπρος «κλείδωνε» τον μεγάλο στόχο της 15ης θέσης στη βαθμολογία της UEFA και του πέμπτου ευρωπαϊκού εισιτηρίου για τη σεζόν 2027-28, η έκθεση της UEFA («European Club Finance and Investment Landscape») αποκάλυπτε τόσο σκοτεινές όσο και αισιόδοξες πτυχές του κυπριακού ποδοσφαίρου.
Η ανάλυση των οικονομικών του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου καταγράφει τους ισολογισμούς περισσότερων από 700 συλλόγων κορυφαίας κατηγορίας σε όλες τις 55 εθνικές ομοσπονδίες της UEFA. Στην Κύπρο, τα συνολικά έσοδα των 14 ομάδων της Α’ κατηγορίας εκτοξεύτηκαν στα 130 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 32 εκατ. ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν. Τα έσοδα από τηλεοπτικά δικαιώματα φτάνουν τα 17 εκατ. ευρώ, τα εισιτήρια εισόδου στα 16 εκατ. ευρώ, ενώ 26 εκατ. ευρώ προήλθαν από μπόνους και χορηγίες της UEFA. Χρήματα που αποτελούν το 20% των συνολικών εσόδων και είναι αυξημένα κατά 16,5 εκατ. ευρώ σε σχέση με πέρσι. Η «ζυγαριά» των εσόδων δείχνει ότι πάνω από το 50% προέρχεται από εμπορικά και άλλα έσοδα.
Το μισθολόγιο των ομάδων αυξήθηκε στα 66 εκατ. ευρώ (+18% σε σχέση με πέρσι), καλύπτοντας το 51% των συνολικών εσόδων. Παρά τη σημαντική αύξηση των μισθών, η συνολική ζημιά περιορίστηκε μόλις στο 1 εκατ. ευρώ, 13 εκατ. ευρώ λιγότερα από ό,τι την περασμένη αγωνιστική περίοδο. Το «λογιστικό χρέος» των συλλόγων μειώθηκε κατά 9 εκατ. ευρώ, αλλά η γενική εικόνα παραμένει εφιαλτική για την Κύπρο, καθώς τα 69 εκατ. ευρώ την κατατάσσουν στην 53η θέση από τις 55 στη «Γηραιά Ήπειρο»! Το ακαθάριστο τραπεζικό χρέος μειώθηκε από τα 24 στα 22 εκατ. ευρώ, ενώ σημειώνεται πως οκτώ από τις 14 ομάδες καταγράφουν ζημιές, έναντι εννέα που ήταν πέρσι. Όσον αφορά την ιδιοκτησία, το 50% των ομάδων ανήκει σε ιδιώτες, τρεις έχουν ξένους μετόχους, ενώ μία εμφανίζει «διασταυρούμενη ιδιοκτησία». Τρεις ομάδες άλλαξαν ιδιοκτησιακό καθεστώς μετά το 2020. Σε επίπεδο υποδομών, το 50% των σταδίων ανήκει σε δήμο ή στο κράτος, ενώ το 36% των κύριων χορηγών στις φανέλες των ομάδων προέρχεται από ξένες εταιρείες.
Παρά την αύξηση των εσόδων και τη μείωση ζημιών και χρεών, το κυπριακό ποδόσφαιρο παραμένει ευάλωτο, καθώς η βιωσιμότητα των ομάδων εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα της Ευρώπης. Οι σύλλογοι δημιουργούν τεράστια μπάτζετ με την προσδοκία ότι θα κάνουν απόσβεση μέσω προκρίσεων στις διοργανώσεις της UEFA και, στις πλείστες των περιπτώσεων, την πατούν. Τρανό παράδειγμα ο ΑΠΟΕΛ: η διοίκηση του Πρόδρομου Πετρίδη, με υπέρογκους προϋπολογισμούς, έπαιξε κορώνα-γράμματα τη βιωσιμότητα της εταιρείας και, με μόλις μία παρουσία σε φάση ομίλων την τελευταία εξαετία, βρέθηκε σε επικίνδυνα μονοπάτια με λογιστικό χρέος άνω των 40 εκατ. ευρώ.
Παρά τα αυξημένα έσοδα από την Ευρώπη (βλέπε πίνακα στο τέλος του κειμένου), οι κυπριακές ομάδες αδυνατούν να σηκώσουν κεφάλι οικονομικά, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν όσες διοικούνται από ισχυρά πορτοφόλια που επωμίζονται τη χασούρα. Η Ομόνοια, στην πιο «χρυσή» πενταετία της, καταγράφει συνεχόμενους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς: 811.043 ευρώ το 2024, 5.436.467 ευρώ το 2023, 1.224.098 ευρώ το 2022 και 3.246.289 ευρώ το 2021.
Θέλετε κι άλλα; Η Πάφος, παρά τα κέρδη άνω των 30 εκατ. ευρώ από την πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ, μόλις που κάλυψε τα 28,5 εκατ. ευρώ των εξόδων, τα οποία δήλωσε για το 2024 στις οικονομικές της καταστάσεις!


