Επίσημα πλέον και, μάλιστα, από την Ελεγκτική Υπηρεσία, τίθεται προς συζήτηση το νομοθετικό κενό που υπάρχει στην Κύπρο και αφορά τις τηλεδιαγνώσεις και την εξ’ αποστάσεως εξυπηρέτηση ασθενών η οποία, όπως διαπιστώνεται, εφαρμόζεται ευρέως τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς όμως να υπάρχει σε ισχύ η οποιαδήποτε νομοθεσία που να καθορίζει κριτήρια και δικλείδες ασφαλείας για τους ασθενείς.
Το συγκεκριμένο ζήτημα, απασχολεί την επικαιρότητα αλλά και τη Βουλή πολύ έντονα το τελευταίο διάστημα, με αφορμή τη συζήτηση του νομοσχεδίου που ρυθμίζει τη λειτουργία των ακτινοδιαγνωστικών κέντρων στην Κύπρο, με τις διαφωνίες να επικεντρώνονται στο κατά πόσον σε κάθε εξέταση που διενεργείται πρέπει να υπάρχει, φυσική παρουσία, γιατρός ή όχι.
Η ανυπαρξία ειδικού θεσμικού πλαισίου για τις τηλεδιαγνώσεις, καταγράφεται στην ειδική έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για τα Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών των νοσοκομείων Λευκωσίας και Λεμεσού, με αφορμή την πρακτική της αγοράς υπηρεσιών εξ’ αποστάσεως διαγνώσεων από ακτινολόγους που βρίσκονται στην Ελλάδα, από τον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας.
«Διαπιστώθηκε η απουσία νομοθετικού πλαισίου στην παροχή υπηρεσιών τηλεδιάγνωσης που να διασφαλίζει την ποιότητα παροχής των εν λόγω υπηρεσιών. Με αφορμή την πιο πάνω συμφωνία του ΟΚΥπΥ, αγοράς υπηρεσιών τηλεδιάγνωσης από συγκεκριμένη εταιρεία στην Ελλάδα, η Υπηρεσία μας ζήτησε με επιστολή της προς το υπουργείο Υγείας και την Εθνική Αρχή Ηλεκτρονικής Υγείας όπως διευκρινιστεί κατά πόσο οι τηλεδιαγνωστικές υπηρεσίες καλύπτονται σήμερα από υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και κατά πόσο υπάρχουν οι απαραίτητοι μηχανισμοί διασφάλισης και εποπτείας της ποιότητας, της ασφάλειας και της επάρκειας των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους ασθενείς», ανέφερε στην έκθεση της η Ελεγκτική Υπηρεσία.
Σε απαντητική επιστολή της, σύμφωνα με την έκθεση, η Εθνική Αρχή Ηλεκτρονικής Υγείας ενημέρωσε ότι «η εφαρμογή της τηλεδιαγνωστικής στην Κύπρο πραγματοποιείται χωρίς ειδικό, ολοκληρωμένο και αυτοτελές νομοθετικό πλαίσιο». Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι «δεν υφίστανται ειδικοί επαρκείς μηχανισμοί για την πλήρη διασφάλιση της ποιότητας και ασφάλειας των εν λόγω υπηρεσιών, καθώς επίσης απουσιάζει και το ειδικό νομικό πλαίσιο ως προς την κατανομή της νομικής ευθύνης μεταξύ των εμπλεκομένων».
Σχολιάζοντας τις επισημάνσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος, ο εκπρόσωπος Τύπου του ΟΚΥπΥ, Χαράλαμπος Χαριλάου, τόνισε ότι η πρακτική της τηλεδιάγνωσης εφαρμόζεται τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό εδώ και μερικά χρόνια.
Κενό δύο ωρών στην εξυπηρέτηση ασθενών
Η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις λειτουργών της, οι οποίοι επισκέφθηκαν αιφνιδίως τα ξημερώματα της 1ης Οκτωβρίου 2025 τα ΤΑΕΠ Λευκωσίας και Λεμεσού.
Στην έκθεση γίνεται λόγος για δομικά, διαδικαστικά, διαπροσωπικά και εργασιακά ζητήματα, τα οποία, όπως επισημαίνεται, δεν μπορούν να δικαιολογούν την παρατεταμένη παραμονή, από 4 μέχρι 11 ώρες, ασθενών στα ΤΑΕΠ.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία προειδοποιεί ότι τέτοιες καθυστερήσεις αυξάνουν τον κίνδυνο να μην εντοπιστούν έγκαιρα παθολογικά ευρήματα, με πιθανές συνέπειες για την ασφάλεια των ασθενών. Μάλιστα, επισημαίνεται ότι η ύπαρξη εφημερεύοντος ακτινολόγου δεν διασφάλισε την άμεση έκδοση των γνωματεύσεων, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα του συστήματος εφημεριών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην πρακτική που ακολουθείται από τα ΤΑΕΠ και αφορά το χρονικό διάστημα μεταξύ 4-6 το πρωί κατά το οποίο δεν καλούνται οι ειδικοί γιατροί που βρίσκονται στο καθήκον αναμονής.
Σύμφωνα με τον ΟΚΥπΥ (αναφορά στην έκθεση): «Εκείνο που παρατηρείται είναι ότι, σε περιπτώσεις που απαιτείται άμεση παρέμβαση λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης των ασθενών, οι ειδικοί ιατροί παρεμβαίνουν άμεσα. Σε περιπτώσεις που απαιτείται γνωμάτευση ή/και απόφαση για εισαγωγή σε περιστατικά που είναι σταθερά και έχουν ληφθεί τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων στις 03:00 ή και 04:00 το πρωί, λαμβάνεται υπόψιν ότι οι εφημερεύοντες έχουν διανύσει σχεδόν ένα 24ωρο σε εφημερία και, με δεδομένο ότι η κατάσταση του ασθενούς το επιτρέπει, οι ειδικότητες ενημερώνονται στις έξι το πρωί».
Η θέση του ΟΚΥπΥ δεν φαίνεται να ικανοποιεί την Ελεγκτική Υπηρεσία: «Η Υπηρεσία μας εκφράζει τις επιφυλάξεις της με την πιο πάνω θέση του Οργανισμού και έχει την άποψη ότι σε καμία διαδικασία του Οργανισμού δεν προνοείται όπως περιστατικά, τα οποία είναι σταθερά και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων έχουν ληφθεί στις 03:00 ή/και 04:00 το πρωί, να παραμένουν στο ΤΑΕΠ και να αναμένουν εξέταση από ειδικούς εφημερεύοντες ιατρούς στις 06:00 το πρωί ή αργότερα. Επισημαίνουμε ότι, η κλινική αξιολόγηση των ασθενών από ειδικούς ιατρούς καθορίζει την κρισιμότητα ή μη της κατάστασης του ασθενούς».










