Ο ανερχόμενος κινηματογραφιστής ανήκει σ’ εκείνη τη γενιά δημιουργών που κουβαλούν την ελληνική επαρχία ως βίωμα, ως μνήμη που αμφιταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα στο αληθινό και το μυθικό.
Επιστρέφει στον Λουδία όπως επιστρέφει κανείς σε μια επίμονη παιδική ανάμνηση. Στα Γιαννιτσά των παιδικών του χρόνων, εκεί όπου η καθημερινότητα ακουμπούσε διακριτικά τον μύθο, ο ποταμός της περιοχής γίνεται φορέας μοναξιάς και φαντασίας και λειτουργεί ως εσωτερικό τοπίο που μετασχηματίζεται σε αφηγηματική ύλη. Από τη βράβευσή του το 2013 με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη στο Φεστιβάλ της Δράμας, μέχρι τη συν-σκηνοθεσία του «Maestro» με τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη, η πορεία του Άκη Πολύζου χαρακτηρίζεται από μια κινηματογραφική γλώσσα χαμηλόφωνη, ευαίσθητη και ευθαρσή.
–Πώς το θολό όριο μεταξύ μνήμης και μύθου μετατρέπεται σε κινηματογραφική γλώσσα; Για μένα η μνήμη δεν είναι ποτέ ακριβής, είναι κάτι ζωντανό, ρευστό, που αλλάζει κάθε φορά που το επισκέπτεσαι. Στον «Λουδία» δεν προσπάθησα να αναπαραστήσω τα γεγονότα όπως «ήταν», αλλά όπως θυμάμαι να τα ένιωθα τότε. Ο μύθος δεν έρχεται να διαστρεβλώσει την αλήθεια, έρχεται μ’ ένα τρόπο να την προστατεύσει. Κινηματογραφικά τώρα, αυτό μεταφράζεται μέσα από «θολές» εικόνες που δεν εξηγούν τα πάντα, βλέμματα και στιγμές όπου δεν είσαι σίγουρος αν αυτό που βλέπεις συνέβη ή αν απλώς έτσι θα τα βίωνε ένα παιδί.
–Πώς ένα μελαγχολικό, αλλά όχι ιδιαίτερα προβεβλημένο ποτάμι έγινε δραματουργικός πυρήνας της ιστορίας σου; Ο Λουδίας δεν είναι ένα εντυπωσιακό ποτάμι αλλά είναι η πρώτη μου ανάμνηση. Ήταν πάντα εκεί, στο περιθώριο, στην άκρη της πόλης αλλά στο κέντρο του κόσμου μου. Δραματουργικά, λειτουργεί σαν ένας σιωπηλός μάρτυρας, βλέπει και αντανακλά τα πάντα. Είναι το όριο ανάμεσα στο γνώριμο και στο άγνωστο, ένα μέρος όπου η παιδική φαντασία μπορεί εύκολα να μετατρέψει την πραγματικότητα σε κάτι απειλητικό ή μαγικό.
–Η ταινία είναι μια επιστροφή στον τόπο ή μια απόπειρα να τον ξορκίσεις; Είναι και τα δύο. Η επιστροφή ήταν αναπόφευκτη, κάποια πράγματα σε περιμένουν όσο κι αν τα αποφεύγεις. Αλλά δεν ήθελα να κάνω μια νοσταλγική ταινία. Ο «Λουδίας» είναι περισσότερο μια προσπάθεια συμφιλίωσης. Με τους γονείς μου, με την ταβέρνα μας, με τη μοναξιά που τη συνόδευε. Να κοιτάξω αυτόν τον τόπο κι αυτή την ηλικία χωρίς φόβο και χωρίς ωραιοποίηση. Όχι για να τα ξορκίσω, αλλά για να τα ξαναζήσω.
–Ποιο ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της πόλης των παιδικών σου χρόνων τη δεκαετία του ’90; Τι σου έμαθε αυτό το περιβάλλον για τους ανθρώπους; Μεγάλωσα σε μια εποχή που, από παιδί ακόμα, ένιωθα ότι η ιστορία είχε τελειώσει. Ότι όλα είχαν ήδη συμβεί και, μ’ έναν τρόπο, όλα τα μεγάλα προβλήματα είχαν λυθεί. Πόλεμοι, πείνα, κακουχίες δεν ήταν παρά αφηγήσεις ενός μακρινού παρελθόντος. Αυτή η αίσθηση του τετελεσμένου με ανάγκασε να στραφώ αλλού. Να ακονίσω τη φαντασία μου, να πλάσω κόσμους και ιστορίες όπου τα πράγματα παρέμεναν ρευστά, ανοιχτά, σε εξέλιξη. Μια μικρή πόλη σε εξοπλίζει με αντανακλαστικά που δεν θα αποκτούσες αλλιώς. Δεν διαλέγεις τους ανθρώπους που θα συναναστραφείς. Δεξιοί, αριστεροί, πλούσιοι, φτωχοί, όλοι τρώνε στην ίδια ταβέρνα, πίνουν καφέ στον ίδιο δρόμο. Μαθαίνεις να συνυπάρχεις. Και, χωρίς να το καταλάβεις, να παρατηρείς.
–Είναι οι διακρίσεις και τα βραβεία από μόνα τους κίνητρο; Τα βραβεία είναι σίγουρα μια επιβράβευση, μια αναγνώριση. Αλλά διαβάζεις μόνο για τους βαθμούς; Σπουδάζεις μόνο για το πτυχίο; Όσο κι αν χαίρομαι μια διάκριση, ποτέ δεν απόλαυσα πραγματικά τη διαδικασία της κρίσης. Το πραγματικό κίνητρο έρχεται πολύ νωρίτερα, τη στιγμή που μια ιδέα δεν σε αφήνει ήσυχο. Αν ξεκινήσεις μια ταινία με στόχο ένα φεστιβάλ ή ένα βραβείο, μάλλον έχεις ήδη χάσει τον δρόμο.
–Πότε ένιωσες για πρώτη φορά ότι «ανήκεις» στον χώρο του κινηματογράφου; Όταν είδα για πρώτη φορά ένα making of, το πώς γυρίζεται μια ταινία, ήμουν 15 χρονών. Εκεί κλείδωσα. Δεν χρειάστηκε να γίνω σκηνοθέτης για να καταλάβω ότι εκεί ανήκω. Η συλλογική προσπάθεια, το μπλέξιμο τόσων καλλιτεχνών, η παιδικότητα, είναι πράγματα που μέχρι και σήμερα με συγκινούν στο σετ.
–Πόσο δύσκολο είναι για έναν σκηνοθέτη να ισορροπήσει ανάμεσα στο προσωπικό όραμα και τις απαιτήσεις της αγοράς; Είναι μια μόνιμη διαπραγμάτευση. Αν κλείσεις εντελώς τα αυτιά σου στην αγορά, κινδυνεύεις στο τέλος να μιλάς μόνο στον εαυτό σου. Αν την ακούσεις υπερβολικά, χάνεις τη φωνή σου. Το δύσκολο και το ενδιαφέρον ταυτόχρονα, είναι να βρεις ποια κομμάτια του οράματός σου είναι αδιαπραγμάτευτα και πού μπορείς να δώσεις χώρο.
–Σε ποια φάση βρίσκεται σήμερα ο ελληνικός κινηματογράφος; Σε μια φάση μετάβασης. Υπάρχει έντονη δημιουργικότητα και νέες φωνές με σαφή ταυτότητα, αλλά και μια αβεβαιότητα για το πώς αυτές οι ταινίες θα βρουν τον δρόμο τους. Το μεγάλο στοίχημα, όμως, δεν είναι μόνο η παραγωγή ταινιών, αλλά και η επανασύνδεση με τον θεατή. Να φέρουμε τον κόσμο πίσω στις αίθουσες και να εκπαιδεύσουμε μια νέα γενιά να αγαπά το σινεμά ως εμπειρία. Πιστεύω βαθιά ότι η κοινωνία μας έχει ανάγκη τη συλλογική θέαση, το να μοιράζεσαι το σκοτάδι, τη σιωπή και το συναίσθημα με άλλους ανθρώπους.
–Σε ποιο φεγγάρι αισθάνεσαι ότι βρίσκεται πλέον το Φεστιβάλ της Δράμας; Μετά και την τελευταία μου επίσκεψη θεωρώ πως είναι σε μια φάση ωρίμανσης. Σίγουρο για τον εαυτό του, στοχεύει μπροστά χωρίς να χάσει τον ρόλο του ως σημείο εκκίνησης για τους νέους δημιουργούς. Δεν είναι απλώς ένας θεσμός προβολής, αλλά ένας χώρος δοκιμής, αποτυχίας και πρώτης έκθεσης. Κι αυτό, ειδικά για τις μικρού μήκους ταινίες, παραμένει ανεκτίμητο. Αγαπώ πολύ το συγκεκριμένο φεστιβάλ κι εύχομαι να συνεχίσει να υπάρχει για πολλά χρόνια ακόμα.
Ελεύθερα, 8.2.2026










