14 Φεβρουαρίου, 2026
10:28 πμ

Η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου συχνά προκαλεί αμφίσημα συναισθήματα. Για κάποιους, είναι μια χαρούμενη υπενθύμιση της συντροφικότητας, για άλλους, μια επώδυνη ανάδειξη της απουσίας της. Ωστόσο, πέρα από στερεότυπα και προσδοκίες, η ημέρα αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως αφορμή για έναν βαθύτερο προβληματισμό: τι είναι πραγματικά ο έρωτας και ποια η σημασία του για τη ζωή και την ψυχική μας ευεξία; Και ακόμη περισσότερο: χρειάζεται να είμαστε ζευγάρι για να είμαστε ερωτευμένοι με τη ζωή;

Από ψυχοθεραπευτική σκοπιά, ο έρωτας δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τη ρομαντική σχέση. Είναι μια εσωτερική δύναμη που συνδέεται με τη ζωτικότητα, τη δημιουργικότητα και την ικανότητα του ανθρώπου να σχετίζεται ουσιαστικά — πρώτα με τον εαυτό του και έπειτα με τους άλλους. Ο Erich Fromm περιέγραφε την αγάπη ως ενεργητική στάση ζωής και όχι ως παθητικό συναίσθημα που «μας συμβαίνει» (Fromm, 1956). Υπό αυτή την έννοια, ο έρωτας είναι κάτι που μαθαίνεται, καλλιεργείται και βαθαίνει.

Η ψυχική ευεξία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη συντροφικότητα. Άνθρωποι χωρίς σχέση μπορούν να βιώνουν πληρότητα, νόημα και βαθιά σύνδεση με τη ζωή, ενώ άλλοι, μέσα σε σχέσεις, μπορεί να αισθάνονται υπαρξιακά μόνοι. Η ποιότητα της σχέσης με τον εαυτό —η αυτοαποδοχή, η αυτοσυμπόνια και η αίσθηση προσωπικού νοήματος— αποτελεί βασικό πυλώνα ψυχικής υγείας (Neff, 2011). Από την άλλη, όταν ο έρωτας γίνεται αναζήτηση του «άλλου» για να καλυφθεί ένα εσωτερικό κενό, τότε μετατρέπεται σε εξάρτηση και όχι σε συνάντηση.

Εδώ αναδύεται και μια συχνά παραμελημένη διάσταση του έρωτα: η πνευματική. Όχι με την έννοια του θρησκευτικού δόγματος ή του κατηχητικού λόγου, αλλά ως υπαρξιακή εμπειρία υπέρβασης του στενού «εγώ». Σε πολλές φιλοσοφικές και πνευματικές παραδόσεις, ο έρωτας νοείται ως δύναμη που μας στρέφει προς το Άλλο — τον άνθρωπο, τη ζωή, το νόημα, ακόμη και το Θείο. Ο «θείος έρωτας» δεν αναιρεί τον ανθρώπινο· τον βαθαίνει.

Στην ψυχοθεραπεία συναντούμε συχνά ανθρώπους που διψούν όχι απλώς για σχέση, αλλά για νόημα μέσα στη σχέση. Για μια εμπειρία που να τους βγάζει από την απομόνωση του εαυτού και να τους φέρνει σε αυθεντική συνάντηση. Εκεί, ο έρωτας παύει να είναι μόνο συναίσθημα και γίνεται εμπειρία παρουσίας, σεβασμού και θαυμασμού για την ετερότητα του άλλου. Όταν ο έρωτας μεταξύ δύο ανθρώπων έχει πνευματική αναφορά —δηλαδή εμπεριέχει αξίες, υπευθυνότητα, ταπεινότητα και άνοιγμα προς κάτι μεγαλύτερο από την ατομική επιθυμία— μπορεί να αποτελέσει μία από τις ύψιστες ανθρώπινες εμπειρίες.

Και δεν μιλάμε για εξιδανίκευση. Ο έρωτας αυτός δεν είναι απαλλαγμένος από συγκρούσεις ή πόνο. Αντίθετα, προϋποθέτει την ωριμότητα και την αντοχή να μείνει κανείς παρών ακόμη και στη δυσκολία. Όμως, ακριβώς εκεί, μετατρέπεται σε χώρο ψυχικής ανάπτυξης και υπαρξιακής ωρίμανσης. Και με αυτό το τρόπο, η αγάπη, όταν συνδέεται με νόημα και πνευματική εγρήγορση, λειτουργεί ως αντίδοτο στον κυνισμό και την εσωτερική απονέκρωση (Frankl, 1963).

Ο έρωτας προς τη ζωή, λοιπόν, προηγείται της σχέσης. Είναι η ικανότητα να συγκινείται κανείς, να ενδιαφέρεται, να φροντίζει, να δημιουργεί. Είναι η στάση εκείνη που μας επιτρέπει να δούμε τον άλλον όχι ως μέσο επιβεβαίωσης, αλλά ως πρόσωπο. Και όταν δύο άνθρωποι συναντηθούν και συμπορευτούν από αυτό το σημείο, τότε ο έρωτας δεν είναι απλώς ρομαντικός — γίνεται βαθιά ανθρώπινος και, με έναν τρόπο, πνευματικός.

Ίσως τελικά η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου να μας καλεί σε κάτι πιο ουσιαστικό από μια επιβεβαίωση σχέσης: να αναρωτηθούμε αν ζούμε με έρωτα. Με αγάπη για τη ζωή, με παρουσία, με ανοιχτή καρδιά. Γιατί ο έρωτας δεν είναι μόνο με ποιον είμαστε· είναι πώς υπάρχουμε.

Από την ομάδα του Mind and Health – Κέντρο Ψυχικής Υγείας

Exit mobile version