Πιθανότατα δεν έχουμε ξεπεράσει ακόμη τον κίνδυνο όσον αφορά τη γεωπολιτική και οι αγορές θα μπορούσαν να δείξουν μεγαλύτερη αδυναμία σε μια ανανεωμένη κλιμάκωση, αλλά η JP Morgan εμμένει στην άποψη ότι εάν κάποιος έχει μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, ένα χρονικό πλαίσιο 3/6/12 μηνών, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την αδυναμία των μετοχών για να αγοράσει. Οι στρατιωτικές συγκρούσεις οδηγούν συνήθως σε αυξημένη μεταβλητότητα, αλλά η αμερικάνικη τράπεζα αρνήθηκε να υποκύψει σε bearish στάση και αγόρασε την πτώση της αγοράς μετά την αρχική φάση του de-risking και συνεχίζει να συστήνει στους επενδυτές να αγοράσουν την όποια βουτιά το τρέχον διάστημα.
Πιο αναλυτικά, όπως επισημαίνει η JP Morgan, το γεωπολιτικό σκηνικό παραμένει ρευστό και αναγνωρίζει ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι περαιτέρω αναταραχής και κλιμάκωσης είναι υπαρκτοί.. Ενώ συνεχίζει να πιστεύει ότι η ισορροπία των κινδύνων τελικά θα μετατοπιστεί υπέρ του risk-on, η πορεία προς τα εκεί μπορεί να είναι πιο ανομοιογενής από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως. Η αμερικάνικη τράπεζα υποστήριζε εξαρχής ότι οι στρατιωτικές συγκρούσεις, ενώ οδηγούν σε αυξημένη μεταβλητότητα, τείνουν να δημιουργούν ευκαιρίες για όσους είναι πρόθυμοι να κοιτάξουν πέρα από την άμεση ροή ειδήσεων. Η βασική της υπόθεση παραμένει ότι οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση είναι απίθανο να διατηρηθεί επ’ αόριστον και ότι οι πτώσεις που προκαλούνται από γεωπολιτικούς κραδασμούς θα πρέπει τελικά να αποδειχθούν ευκαιρίες αγοράς. Η ανάκαμψη μετά το sell-off του περασμένου μήνα σε αποτελεί ένα εποικοδομητικό σήμα, αλλά περαιτέρω περίοδοι επιθετικής μείωσης του κινδύνου ενδέχεται να εκδηλωθούν πριν αποκτήσει ώθηση μια βιώσιμη ανάκαμψη.
Εξετάζοντας όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις όπου το πετρέλαιο σημείωσε άνοδο τουλάχιστον 50-60% σε σύντομο χρονικό διάστημα, οι μετοχές κατά μέσο όρο σημείωσαν αύξηση +1% κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, και οι αποδόσεις των μετοχών σε 6μηνη και 12μηνη βάση ήταν +7% και +14% για τον S&P500. Η JPM δεν πιστεύει ότι το τρέχον σκηνικό μοιάζει με τα επεισόδια όπου οι μετοχές σημείωσαν βουτιά- το 1974, το 2000 και το 2022 – τα οποία όλα είχαν μεγάλες διαφορές από το παρόν περιβάλλον.
Το επενδυτικό κλίμα, όπως επισημαίνει, έχει ανακάμψει κάπως, αλλά παραμένει εύθραυστο. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν την έναρξη των εχθροπραξιών, η διάθεση μεταξύ των περισσότερων αναλυτών- αρχικά εποικοδομητική, με το κυρίαρχο ένστικτο να είναι το buy the dip – έδωσε τη θέση της σε μια σαφώς bearish στάση, με τις προσδοκίες να συσπειρώνονται γύρω από μια παρατεταμένη σύγκρουση και ουσιαστικά υψηλότερες τιμές πετρελαίου. Η μετατόπιση ήταν αξιοσημείωτη καθώς η σύγκρουση προχωρούσε πέρα από τις δύο εβδομάδες, με τις μνήμες από το 2022 να έρχονται στο προσκήνιο, και το πλήθος των υποστηρικτών του buy the dip σε μεγάλο βαθμό υποχώρησε.
Οι διακυμάνσεις στους τίτλους ειδήσεων μεταξύ των κινδύνων περαιτέρω κλιμάκωσης και ανακούφισης από μια πιθανή εκεχειρία, και των αντικρουόμενων σημάτων σχετικά με την κατάσταση των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Ιράν, προκαλούν ανησυχία στους επενδυτές. Για τις χρηματιστηριακές αγορές, ο κίνδυνος της ροής ειδήσεων είναι ακραίος, υποδεικνύοντας την πιθανότητα να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή. Τώρα, μπορεί να μην έχουμε ξεπεράσει ακόμη τον κίνδυνο όσον αφορά τη γεωπολιτική, όπως τονίζει η JPM – οι αγορές θα μπορούσαν να βυθιστούν και πάλι σε περίπτωση ανανεωμένης κλιμάκωσης – αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, εμμένει στην άποψη ότι εάν κάποιος έχει έναν μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα 3/6/12 μηνών, θα πρέπει να αγοράσει την όποια πιθανή αδυναμία των αγορών και να αυξήσει τις θέσεις του ειδικά στις μετοχές της Ευρωζώνης και τις αναδυόμενες αγορές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η JP Morgan επαναλαμβάνει πως πιστεύει ότι η τρέχουσα κατάσταση είναι πολύ διαφορετική από το 2022 και διαπιστώνει σημαντικές διαφορές σε σχέση με το πρότυπο του 2022 σε μια σειρά από βασικές διαστάσεις.
Η αύξηση των μισθών επιταχυνόταν έντονα εκείνη την εποχή, σε αντίθεση με το τρέχον σενάριο μείωσης της αύξησης των μισθών. Το επεισόδιο του 2022 είδε μετασεισμούς της Covid να εμφανίζονται όσον αφορά μια σειρά από σημεία συμφόρησης, μειωμένη προσφορά εργασίας και επιτάχυνση της αύξησης των μισθών, που οδήγησαν σε επίμονη αύξηση του πληθωρισμού. Αυτό δεν συμβαίνει προς το παρόν, όπου τα περισσότερα στοιχεία για τους μισθούς έχουν πτωτική τάση. Ο δείκτης κόστους απασχόλησης των ΗΠΑ ήδη ανέβαινε στην αρχή της σύγκρουσης Ρωσίας-Ουκρανίας, μια σημαντική διαφορά από την τρέχουσα πτωτική τάση.
Οι κεντρικές τράπεζες εισήλθαν στο 2022 με επιτόκια πολιτικής πολύ κάτω από το ουδέτερο επίπεδο, η καταναλωτική ζήτηση ήταν ισχυρή, τα ταμειακά διαθέσιμα της Covid ήταν υψηλά και τα ποσοστά αποταμίευσης ήταν σημαντικά πάνω από το φυσιολογικό. Οι εταιρείες το 2022 απολάμβαναν ισχυρή τιμολογιακή δύναμη, επιτρέποντάς τους να μετακυλίσουν το υψηλότερο κόστος εισροών – κάτι που μπορεί να μην ισχύει σήμερα. Η δραστηριότητα είναι επίσης ασθενέστερη τώρα σε σχέση με το 2022 – η δυναμική ανάπτυξης της Ευρωζώνης εισήλθε το 2022 στο 4%+, έναντι 1% σήμερα.
Η αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου, η οποία είναι καθοριστική για την Ευρώπη, είναι σχετικά συγκρατημένη σε σύγκριση με ό,τι συνέβη το 2022. Το φυσικό αέριο εκτοξεύτηκε 4 φορές τότε, πολύ μεγαλύτερη από την τρέχουσα κίνηση. Επιπλέον, το 2022 οι αποθήκες άνθρακα ήταν σε χαμηλά επίπεδα, η πυρηνική ενέργεια στη Γαλλία ήταν σε μεγάλο βαθμό εκτός λειτουργίας και η Ευρωζώνη δεν διέθετε τερματικούς σταθμούς LNG. Η Ευρώπη διαθέτει πλέον 62 τερματικούς σταθμούς εισαγωγής LNG, διπλάσιους από τους 31 που είχε το 2021.

Ναι, μηχανικά, το πετρέλαιο οδηγεί τον πληθωρισμό σε υψηλότερα επίπεδα, επισημαίνει η αμερικάνικη τράπεζα. Ο πληθωρισμός είναι πιθανό να αυξηθεί ίσως και κατά 1,5% σε ετήσια βάση, δεδομένης της απότομης αύξησης των τιμών του πετρελαίου. Ωστόσο, οι οικονομολόγοι της υποστηρίζουν ότι οι τιμές του πετρελαίου θα πρέπει να παραμείνουν στα 125 δολάρια/βαρέλι ή υψηλότερα για να προσεγγίσουν το μέγεθος των προηγούμενων σοκ, και ότι για να προκληθεί ένα σοκ παρόμοιου μεγέθους με τη ρωσική εισβολή, οι τιμές του αργού πετρελαίου θα πρέπει να κινηθούν κοντά στα 150 δολάρια/βαρέλι και να παραμείνουν σε αυτό το υψηλό επίπεδο για αρκετούς μήνες.
Σε αντίθεση με το 2022, η πιο ήπια αύξηση των μισθών αυτή τη φορά θα μπορούσε να διατηρήσει τις τιμές υπό έλεγχο. Επίσης, σε αντίθεση με το 2022, ο πληθωρισμός των υπηρεσιών, ο οποίος τείνει να είναι πιο άκαμπτος από τον πληθωρισμό των αγαθών, παραμένει σε πτωτική τάση. Μια άλλη πολύ σημαντική διαφορά είναι το φάσμα της Τεχνητής Νοημοσύνης στις αγορές εργασίας – υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για τον αντίκτυπο της Τεχνητής Νοημοσύνης στις θέσεις εργασίας, μαζί με πολύ ήπια δεδομένα για το κλίμα στην αγορά εργασίας, κάτι που είναι το αντίθετο με το 2022. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια από τις κρίσιμες διαφορές μεταξύ μιας αφήγησης στασιμοπληθωρισμού και μιας αφήγησης αποπληθωρισμού που εδραιώνεται, τονίζει η JPM.
Tο ερώτημα φυσικά είναι εάν οι αγορές μπορούν να επιστρέψουν στο πρότυπο συναλλαγών που ίσχυε πριν από τη σύγκρουση, εμφανές τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο, που χαρακτηρίστηκε από την υπεραπόδοση των διεθνών μετοχών, των αναδυόμενων έναντι των ανεπτυγμένων αγορών, των μετοχών μικρής κεφαλαιοποίησης και της αξίας έναντι της ανάπτυξης. Η JPM πιστεύει ότι σε μεγάλο βαθμό μπορούν, ειδικά στο β’ εξάμηνο του έτους. Το μακροοικονομικό σκηνικό πριν τη σύγκρουση ήταν υποστηρικτικό, τόσο από την άποψη της ανάπτυξης όσο και του πληθωρισμού, και δεν πιστεύει ότι αυτό θα έχει αλλάξει και τόσο πολύ.
capital.gr


