Από την Κάλλια Καστάνη
Ένας μεγιστάνας τραπεζίτης νεκρός, σε πυρκαγιά, στο σπίτι του, ένας μυθομανής νοσοκόμος, μια «μαύρη χήρα» και η ρώσικη Μαφία – πουθενά αλλού δεν συναντώνται όλα τα παραπάνω (φαινομενικά) ασύνδετα, εξωφρενικά clues, όσο στο μυστήριο του θανάτου του δισεκατομμυριούχου Edmond Safra. Που, ακόμα, αναζητά μια πειστική απάντηση, μέσα από ένα νέο ντοκιμαντέρ του Netflix, που μόλις ξεκίνησε να προβάλλεται από τη διεθνή πλατφόρμα.
O Somerset Maugham, το αποκάλεσε κάποτε «A sunny place for shady people» – «Ένα ηλιόλουστο μέρος για σκοτεινούς ανθρώπους». Το Μονακό, η ιδιωτική Disneyland των πλούσιων και ισχυρών του πλανήτη, το πριγκιπάτο που αστυνομοκρατείται, θεωρείται ένα από τα ασφαλέστερα μέρη στον κόσμο – ένα ηλιόλουστο καταφύγιο πλούτου, μυστικότητας και νομικής ασάφειας. Κανείς δεν πεθαίνει εύκολα εκεί. Σίγουρα δεν πεθαίνεις αν σε λένε «Safra» και είσαι ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο. Κι όμως… Στις 3 Δεκεμβρίου 1999, ο Edmond Safra, ο Λιβανεζο-βραζιλιάνος ιδρυτής της Republic National Bank (σ.σ. ο «μεγαλύτερος τραπεζίτης του 20ου αιώνα», σύμφωνα με στελέχη της αμερικάνικης Κεφαλαιαγοράς), πέθανε από ασφυξία, σε ένα δωμάτιο πανικού, στο Belle Epoque, το οχυρωμένο αχανές ρετιρέ του, χιλίων τετραγωνικών, που καιγόταν και έλιωνε γύρω του. Πέθανε, μαζί με τη νοσοκόμα του, σε ένα φλεγόμενο κτίριο, περιμένοντας μια βοήθεια που ποτέ δεν έφτασε. Στο ήσυχο, ασφαλές Μονακό…
ΕΝΑΣ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟΥΧΟΣ ΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
Γεννημένος το 1932, ο Edmond Jacob Safra, ήταν Λιβανο-βραζιλιάνος, εβραϊκής, σεφαραδίτικης καταγωγής από το Χαλέπι της Συρίας, μέλος μιας δυναστείας τραπεζιτών, που είχε ξεκινήσει πολλές δεκαετίες νωρίτερα από τον προ-προπάππο του Edmond. Αργότερα, ακολουθώντας το μοντέλο των μεγάλων τραπεζικών οίκων όπως οι Rothschild, ο πατριάρχης Jacob Safra προώθησε τους γιους του, Edmond, Joseph και Moise, σε ένα παγκόσμιο venture που ένωσε τη Βραζιλία με τη Νέα Υόρκη και την Ελβετία. Πελάτες του Edmond ήταν η αφρόκρεμα των ισχυρών – επιχειρηματίες, πολιτικοί, σταρ του Hollywood, αριστοκράτες, η ίδια η βασιλική οικογένεια του Μονακό. Όταν πέθανε, η καθαρή αξία της περιουσίας του υπολογιζόταν σε περίπου 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια. Λέγεται πως βρισκόταν στο τελικό στάδιο της εξαγοράς της τράπεζάς του, της Republic Bank από την HSBC με έδρα το Λονδίνο – κάτι που σήμαινε ακόμα περισσότερα κέρδη. Επιπλέον, μια μέρα νωρίτερα, εκείνος και η σύζυγός του Lily, είχαν αποκτήσει τη μονεγασκική υπηκοότητα – το κλειδί στον tax-free «παράδεισο» του Μονακό… Μόνο που κι ο «παράδεισος» είχε σκοτεινές γωνιές. Ο 67χρονος Safra, o oποίος έπασχε από τη νόσο του Πάρκινσον, είχε ψύχωση με την ασφάλεια – γι’ αυτό και έμενε σε ένα υπερπροστατευμένο διαμέρισμα-φρούριο, εξοπλισμένο με δωμάτιο πανικού, κάμερες και προσωπική φρουρά. Φοβόταν -μεταξύ άλλων- και τη ρώσικη Μαφία. Ο λόγος; Στα 90’s, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, οι πάμπλουτοι Ρώσοι επιχειρηματίες και οι πανίσχυροι, αδίστακτοι «ολιγάρχες» έκαναν χρυσές δουλειές με τους μεγαλο-τραπεζίτες της Δύσης που μπορούσαν να προστατεύσουν κεφάλαια αμφίβολης προέλευσης – ο Safra, ήταν ένας από αυτούς. Τα προβλήματα για τον τραπεζίτη ξεκίνησαν το 1998, όταν ως ιδιοκτήτης της Republic National Bank of New York, ειδοποίησε το FBI και τις ελβετικές Αρχές για ύποπτες κινήσεις κεφαλαίων του ΔΝΤ που αφορούσαν Ρώσους αξιωματούχους. Η αναφορά του προκάλεσε μια μεγάλη έρευνα για το ξέπλυμα ρωσικών χρημάτων, η οποία στη συνέχεια επικεντρώθηκε στην (αντίπαλή του) Τράπεζα της Νέας Υόρκης και βοήθησε στην αποκάλυψη ενός εγκληματικού δικτύου αξίας 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Όμως, ο Safra έγινε στόχος – οι φήμες έλεγαν πως η Μαφία είχε ένα συμβόλαιο θανάτου για το «κεφάλι» του. Γι’ αυτό μετακόμισε στο Μονακό, όπου -εκτός από μια υπέροχη βίλα στη γαλλική Ριβιέρα, την ιστορική Villa Leopolda- διατηρούσε ένα διαμέρισμα μέσα στην πόλη, στο ρετιρέ του κτιρίου, που στέγαζε την τράπεζά του. Το περίφημο «Belle Epoque» ήταν ένα κανονικό «φρούριο», ενισχυμένο με εσωτερικές και εξωτερικές κάμερες, συστήματα συναγερμού, αλεξίσφαιρα ρολά και μια μεγάλη ομάδα σωματοφυλάκων, πολλοί από τους οποίους ήταν, σύμφωνα με πληροφορίες, πρώην μέλη της Mossad. Ή στρατιωτικοί των ειδικών δυνάμεων, εκπαιδευμένοι σε μάχες σώμα με σώμα. Όπως ο Ted Maher…
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΚΟ
Με θητεία στους «πρασινοσκούφηδες» και εξαιρετικές συστάσεις στο βιογραφικό του, ο 31χρονος νοσοκόμος από την California, πατέρας τριών παιδιών, φάνταζε ιδανικός υποψήφιος για τον «μίνι στρατό» του Safra. Προσελήφθη τον Μάρτιο του 1999 και -όπως δήλωσε ο ίδιος στο ντοκιμαντέρ του Netflix «Murder in Monaco»- η δουλειά δίπλα στον τραπεζίτη ήταν «Ένα όνειρο». Πληρωνόταν 600 δολάρια τη βάρδια συν 10.000 δολάρια τον μήνα για τα προσωπικά του έξοδα – μάλιστα τον Δεκέμβριο του 1999, λίγο πριν από τη δολοφονία του Safra, είχε αρχίσει να ψάχνει σπίτι, ώστε να στεγάσει και την οικογένειά του στο Monte Carlo. Τη νύχτα της 2ας προς 3 Δεκεμβρίου 1999, ο Maher ήταν ο ένας από τους δύο νοσηλευτές που είχαν βάρδια, δίπλα στον μεγιστάνα– η άλλη ήταν η νοσοκόμα Vivian Torrente. Περιέργως, οι πιστοί σωματοφύλακες του Safra είχαν όλοι ρεπό εκείνο το βράδυ. Σύμφωνα με όσα θα διηγούνταν ο Maher αργότερα, μετά τις 03:00 τα ξημερώματα, κι ενώ βρισκόταν στο γυμναστήριο, δέχθηκε επίθεση από δύο μασκοφόρους διαρρήκτες που είχαν καταφέρει –άγνωστο πώς – να διεισδύσουν στο διαμέρισμα. Πάλεψε μαζί τους, κατάφερε να ακινητοποιήσει τον ένα, όμως ο άλλος τον μαχαίρωσε δύο φορές στην κοιλιά. Λιποθύμησε. Όταν συνήλθε, έτρεξε στο δωμάτιο του Edmond Safra, τον ειδοποίησε πως το μέρος δεχόταν εισβολή και τον συμβούλευσε να κλειστεί, μαζί με την Torrente, στο μπάνιο (που είχε θωρακισμένη πόρτα και χρησίμευε ως δωμάτιο πανικού) και να καλέσει την αστυνομία. Ο ίδιος ο Maher– μη γνωρίζοντας πού βρισκόταν το κουμπί του συναγερμού – έβαλε φωτιά σε κάτι χαρτιά σε ένα καλάθι αχρήστων, ώστε να λειτουργήσει ο συναγερμός της πυρκαγιάς και να ειδοποιηθεί η Πυροσβεστική. Ύστερα μπήκε στο ασανσέρ και κατέβηκε στο ισόγειο, να ζητήσει βοήθεια. Αν όλα πήγαιναν καλά, σε λίγο όλοι θα ήταν ασφαλείς… Μόνο που τίποτα δεν πήγε καλά. Για την ακρίβεια, όλα πήγαν κατά διαόλου. Η Πυροσβεστική που κλήθηκε στις 04:49 τα ξημερώματα και έφτασε ταχύτατα στον τόπο της πυρκαγιάς άργησε να επέμβει, διότι η Αστυνομία (η οποία νόμιζε, αρχικά πως ο Maher είχε πυροβοληθεί) επέμενε να ελέγξει και να ασφαλίσει όλο το κτίριο, πριν επιτρέψει την είσοδο στους πυροσβέστες. Δεν επετράπη ούτε στον υπεύθυνο ασφαλείας του Safra, τον Samuel Cohen, που έφτασε επιτόπου στις 05:20 να ανέβει στον πέμπτο όροφο που καιγόταν. Η Lily Safra – η σύζυγος του Edmond- η οποία κοιμόταν στην άλλη άκρη του σπιτιού και κατάφερε να βγει από το σπίτι, λέει πως αν και μίλησε με τον σύζυγό της, στο τηλέφωνο, εκείνος αγνόησε τις εκκλήσεις της να βγει από το κλειδωμένο μπάνιο – πράγμα όχι και τόσο παράξενο. Σύμφωνα με το αυστηρό πρωτόκολλο ασφαλείας που τηρούσε το ζευγάρι, ο Safra θα άνοιγε την πόρτα, μόνο αν του έδιναν το ΟΚ οι σωματοφύλακές του ή ο επικεφαλής ασφαλείας του, ο οποίος – την ώρα που το διαμέρισμα λαμπάδιαζε – βρισκόταν στο ισόγειο του κτιρίου, κρατούμενος της αστυνομίας. Η τελευταία φορά που ο τραπεζίτης έδωσε σημεία ζωής ήταν στις 06:30 το πρωί. Η Πυροσβεστική κατάφερε να φτάσει στο φλεγόμενο διαμέρισμα γύρω στις 07:00, με δύο ώρες καθυστέρηση και οι διασώστες χρειάστηκαν άλλα 45 λεπτά, για να διαρρήξουν την πόρτα στο δωμάτιο πανικού. Εκεί, επιτέλους, βρήκαν τον πάμπλουτο Εdmond Safra, καθισμένο σε μια κόκκινη δερμάτινη πολυθρόνα, νεκρό από τις αναθυμιάσεις. Ξαπλωμένη στα πόδια του, επίσης νεκρή, ήταν η άτυχη νοσοκόμα του, Vivian Torrente.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ
Αμέσως μόλις έγινε γνωστός ο τραγικός θάνατος του Safra, ο Τύπος επιδόθηκε σε μια έντονη παραφιλολογία για την ταυτότητα των δραστών – στην αρχή, οι υποψίες έπεσαν στη ρώσικη Μαφία ή σε κάποιο ναρκο-καρτέλ, που θα μπορούσε να οργανώσει ένα τέτοιο «επαγγελματικό χτύπημα». Αλλά ύστερα τα πράγματα άρχισαν να μπερδεύονται. Στο ρετιρέ δεν βρέθηκαν στοιχεία, αποτυπώματα, όπλα, οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει τους ισχυρισμούς του Μaher. Ακόμα και οι σχετικές καταγραφές από τις κάμερες ασφαλείας είχαν σβηστεί. Στην πραγματικότητα, ο μόνος που ωφελούνταν πραγματικά από τον θάνατο του Safra, ήταν η χήρα του. Η όμορφη, κομψή socialite Lily Watkins, η χρυσή «Gilded Lily» όπως την αποκαλούσε ο Τύπος, μια Βραζιλιάνα, αστή που είχε γίνει πλούσια μέσα από τους τέσσερις γάμους της – κυρίως μέσω της περιουσίας που της είχε κληροδοτήσει ο σύζυγος νο 2, ο πολυεκατομμυριούχος «βασιλιάς των ψυγείων», Alfredo Monteverde. Ο Monteverde (με τον οποίο πριν πεθάνει, συζητούσαν για διαζύγιο) είχε βρεθεί νεκρός, με δύο σφαίρες στο στήθος – η αστυνομία, ωστόσο, αποφάνθηκε πως ήταν αυτοκτονία (!). Το καλύτερο; Λίγους μήνες νωρίτερα, ο σύζυγος της Lily είχε αλλάξει τη διαθήκη του, καθιστώντας την ως τη μοναδική του κληρονόμο. Οι αδελφοί του Safra, που τα γνώριζαν όλα αυτά, δεν την ήθελαν για νύφη – ίσως γι αυτό το γαμήλιο προσύμφωνο εκτεινόταν σε 600 σελίδες. Δεν ήξεραν, όμως, πως λίγους μήνες πριν πεθάνει ο Edmond, είχε επίσης αλλάξει τη διαθήκη του. Η νέα διαθήκη απέκλειε τα αδέλφια του από το μοίρασμα της περιουσίας του και ευνοούσε σκανδαλωδώς τη «χρυσή» σύζυγό του…
Ο ΝΟΣΟΚΟΜΟΣ ΤΟ ΕΚΑΝΕ (;)
Κι ενώ όλα τα ενδεχόμενα έμοιαζαν ανοιχτά, ξαφνικά, σε μια περίεργη ανατροπή της υπόθεσης, η αστυνομία συνέλαβε ως ύποπτο του εμπρησμού που κατέληξε σε διπλή δολοφονία του Safra και της Torrente, τον Ted Maher – κι εκείνος ομολόγησε πως είχε σκηνοθετήσει την επίθεση, για να φανεί ήρωας στα μάτια του εργοδότη του και να κερδίσει την εύνοιά του, φοβούμενος πως θα έχανε τη δουλειά του. (Αργότερα βέβαια, αναίρεσε αυτή την ομολογία, ισχυριζόμενος, ψευδώς, πως δεν ήξερε τι υπέγραφε και πως είχε εκβιαστεί να το κάνει. Για την ακρίβεια ισχυρίστηκε πως τόσο ο ίδιος, όσο και η γυναίκα του, η Heidi, είχαν απαχθεί από άγνωστους, με μάσκες που μιλούσαν ρωσικά και απειλούσαν πως θα σκοτώσουν την οικογένειά του, αν δεν ομολογούσε…). Το 2002, ο Maher δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση. Επιχείρησε να αποδράσει, συνελήφθη, εξέτισε την ποινή του και επέστρεψε στις ΗΠΑ, όπου το 2025 συνελήφθη και πάλι και καταδικάστηκε, για άλλο έγκλημα, σε εννέα χρόνια κάθειρξης. Μέχρι σήμερα, επιμένει, πως το «χτύπημα» στο Μονακό ήταν δουλειά των Ρώσων, που είχαν συνεργαστεί με τη γυναίκα του Safra – ποιος άλλος θα φρόντιζε να βρεθεί άοπλος, αφρούρητος και ευάλωτος εκείνη τη νύχτα; Η Lily Safra, μετά τον θάνατο του συζύγου της, αφιερώθηκε σε φιλανθρωπίες και δράσεις του Ιδρύματος Edmond J.Safra, του οποίου ήταν πρόεδρος. Το 2005 απείλησε με μήνυση τον εκδοτικό οίκο Arcadia και τη λαίδη Colin Campbell, συγγραφέα του μυθιστορήματος «Empress Bianca», το οποίο υπαινισσόταν πως η ίδια βρισκόταν πίσω από τη μυστηριώδη πυρκαγιά που προξένησε τον θάνατο του Edmond, η οποία παρουσιάστηκε ως ατύχημα. Κέρδισε και το βιβλίο αποσύρθηκε. Πέθανε το 2022 σε ηλικία 87 ετών – η περιουσία της τότε έφτανε τα 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια. Στο χαρούμενο, ασφαλές, Μονακό, τα μυστήρια, όπως ο ήλιος, «καίνε» ακόμα…









