Μόνιμο παράπονο γονιών και εκπαιδευτικών είναι ότι τα παιδιά δεν διαβάζουν βιβλία. Κάτι τέτοια τα ακούω βερεσέ.
Μήπως οι «σημαντικοί ενήλικες» της ζωής τους ανοίγουν βιβλίο; Μήπως τα παιδιά τούς βλέπουν να απολαμβάνουν την ανάγνωση με τις ώρες, να συζητούν παθιασμένα ή ήρεμα μεταξύ τους για το ύφος και τις ιδέες του τάδε αγαπημένου τους συγγραφέα; Τα παιδιά θέλουν να μας μιμηθούν όταν ενθουσιαζόμαστε για κάτι που κάνουμε, όχι όταν το θεωρούμε —όπως δηλώνουν οι επιλογές μας— βαρετό, κουραστικό και ουσιαστικά χάσιμο χρόνου.
Για να διαβάσουνε βιβλία θα πρέπει πρώτα βέβαια να έχουν άνεση στην ανάγνωση. Αλλιώς, η νοητική ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη λειτουργία του μηχανισμού είναι τόσο μεγάλη που δυσχεραίνει την κατανόηση του κειμένου ακόμα και σε βασικό επίπεδο. Έλα όμως που τουλάχιστον οι μισοί απόφοιτοι δημοτικού δεν μπορούν να διαβάσουν μεγαλόφωνα ένα άγνωστο κείμενο με τρόπο που να βγάζει άκρη για κάποιον που βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά.
Πολλά παιδιά —ακόμα και μεσοαστικών οικογενειών— σοκάρονται και αντιδρούν αν κάποιος τους ζητήσει να παρακολουθήσουν μια ταινία σε ξένη γλώσσα με ελληνικούς υποτίτλους. Απλώς δεν προλαβαίνουν περισσότερες από δυο-τρεις λέξεις σε κάθε γραμμή!
Barbarism begins at home έλεγαν οι Smiths, αλλά και τα βιβλιοπωλεία βάζουν το χεράκι τους: Έχουν χωρίσει τα ράφια με τα παιδικά σύμφωνα με το διδακτικό τους μήνυμα. Από εδώ τα οικολογικά, εκεί η διαφορετικότητα, πιο πέρα τα συναισθήματα. Τα βιβλία υπάρχουν γιατί είναι «χρήσιμα», δεν έχουν αυτοτελή αξία, και δεν εναπόκειται στον αναγνώστη να ανακαλύψει ελεύθερα την αξία τους.
Το ντόμινο της επιδεικτικά καλοσυνάτης ανοησίας φτάνει ανάποδα μέχρι τους εκδοτικούς οίκους και τους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας, με τους τελευταίους να ειδικεύονται ο καθένας σε συγκεκριμένα θέματα και «ευαισθησίες». Για μια ακόμα φορά ιστορικά το «σωστό περιεχόμενο» καπελώνει την αισθητική.
Πώς εξηγείται όμως η εκτόξευση των πωλήσεων παιδικών βιβλίων τα τελευταία χρόνια; Η σύντομη απάντηση είναι ότι αφορά κυρίως τα εικονοβιβλία για προσχολικές ηλικίες. Είναι αλήθεια ότι πολλές παραπάνω μητέρες από ό,τι στο παρελθόν (και ένας μικρότερος αλλά αυξανόμενος αριθμών πατεράδων) θεωρούν σημαντικό να διαβάζουν βιβλία στα παιδιά τους, κυρίως πριν τον ύπνο, αλλά και σε άλλες ώρες όταν βρίσκουν τον χρόνο και τη δύναμη. Αυτό είναι μια θετική εξέλιξη, μέρος της γενικότερης (υπερ)επένδυσης στη φροντίδα και την εκπαίδευση των — λιγότερων πλέον— παιδιών.
Το πρώτο crash-test έρχεται με την είσοδο των παιδιών στο δημοτικό. Εκεί συναντούν μια παιδαγωγική που προσεγγίζει τη γνώση ως αναγκαίο κακό, και όχι ως χαρά που αξίζει τον κόπο. Χωρίς ενήλικες γύρω τους που να αντλούν ικανοποίηση από το διάβασμα, νιώθουν ενστικτωδώς την υποκρισία των ρητορικών επικλήσεων στην αξία των βιβλίων. Πολύ σύντομα ξεκινούν να αντιμετωπίζουν τα βιβλία σαν «σχολική ύλη με άλλα μέσα». Χαζά είναι να την επιφορτιστούν κι αυτή δίχως να είναι υποχρεωτική; Έτσι, βιβλία για παιδιά δημοτικού αγοράζονται, αλλά μένουν θεόκλειστα.
Σε πείσμα των παραπάνω, μερικά παιδιά συνεχίζουν να διαβάζουν, είτε λόγω θετικών προτύπων, είτε ως μέρος της εικόνας τους ως «καλών παιδιών» που εμπιστεύονται το εκπαιδευτικό σύστημα, παίζουν με τους κανόνες του και επιβραβεύονται από αυτό. Η επόμενη κρησάρα είναι η εφηβεία: εκεί όπου το παιδί, λιγότερο εξαρτημένο από τις προσδοκίες των ενηλίκων, θα αναπτύξει (ή όχι) μια σχετικά αυτόνομη αναγνωστική ταυτότητα, με δικές του προτιμήσεις και αλλεργίες.
Στην ιδανική περίπτωση οι αναγνωστικές του εμπειρίες θα διαμεσολαβούνται και από συνομηλίκους —πνευματικούς αδελφούς. Για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα, το παιδί που διαβάζει θεωρείται από τους συμμαθητές του, στην καλύτερη περίπτωση, freak.
Σε έναν παράλληλο κόσμο υπάρχουν εκείνα τα ιδιωτικά σχολεία (όχι όλα) που έχουν ενταγμένη την ανάγνωση ολόκληρων βιβλίων (με εργασίες και παρουσιάσεις) στο αναλυτικό τους πρόγραμμα. Η ειρωνεία είναι ότι τα παιδιά αυτών των σχολείων, προερχόμενα από μια προνομιούχα κοινωνικοοικονομική τάξη με υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο, και προοριζόμενα για την αναπαραγωγή της, χρειάζονται —κατά μια έννοια— τη λογοτεχνία, τα δοκίμια, τα βιβλία πληροφοριών, λιγότερο από τα άλλα παιδιά που χάνουν από μικρή ηλικία την όποια επαφή τους με τα βιβλία.
Τα παιδιά των αγροτικών, εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων είναι εκείνα που χρειάζονται περισσότερο τη γνώση, σε όλες της τις μορφές, στον αγώνα τους για ανοδική κοινωνική κινητικότητα και προσωπική αυτοπραγμάτωση.
Ελεύθερα, 8.3.2026










