Δύο διαφορετικές διαδικασίες βρίσκονται σε εξέλιξη μετά τις καταγγελίες συνολικά 16 γιατρών εναντίον συναδέλφου τους για εκφοβισμό, απρεπή συμπεριφορά και άρνησή του να ανταποκριθεί στις κλήσεις του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών για περιστατικά της ειδικότητάς του.
Η γραπτή καταγγελία η οποία υπογράφεται από 14 γιατρούς του ΤΑΕΠ Λεμεσού και είχε σταλθεί στον ΟΚΥπΥ τον Νοέμβριο του 2024, όπως αναφέρουν πληροφορίες του «Φ», έτυχε διερεύνησης από τον Οργανισμό και το πόρισμα στάλθηκε στο υπουργείο Υγείας για τα περαιτέρω αφού ο γιατρός είναι δημόσιος υπάλληλος (αποσπασμένος στον ΟΚΥπΥ) και επιβάλλεται να ακολουθηθούν οι διαδικασίες που προβλέπονται από τη νομοθεσία. Οι ίδιες πληροφορίες μάλιστα αναφέρουν ότι τους τελευταίους τρεις μήνες ο γιατρός ανταποκρίνεται στις κλήσεις των συναδέλφων του για επείγοντα περιστατικά.
Για τις επιστολές/καταγγελίες που στάλθηκαν στον Οργανισμό πριν από περίπου δύο μήνες (τέλη Νοεμβρίου 2025), και αφορούσαν τη συμπεριφορά του γιατρού έναντι συναδέλφων του που εργάζονται την ίδια κλινική μαζί του, όπως πληροφορείται ο «Φ», θα διεξαχθεί έρευνα από τη διεύθυνση του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού.
Η κατάσταση βεβαίως, χαρακτηρίζεται από τους γιατρούς του νοσηλευτηρίου ως «έκρυθμη» εξαιτίας της γενικότερης έντασης που επικρατεί μεταξύ των γιατρών του συγκεκριμένου τμήματος, με τον πρόεδρο της Παγκύπριας Συντεχνίας Κυβερνητικών Ιατρών Σωτήρη Κούμα, να παρεμβαίνει και να ζητά «επειγόντως απαντήσεις από τον ΟΚΥπΥ».
«Μας κατηγορούν ότι εμείς οι γιατροί συγκαλύπτουμε ο ένας τον άλλο και ότι αποκρύβουμε πράγματα. Αυτή τη στιγμή, είδαν το φως της δημοσιότητας δύο καταγγελίες από συνολικά 16 γιατρούς εναντίον άλλου γιατρού. Δεν συγκαλύπτουμε. Όταν όμως οι γιατροί προχωρούν σε αυτές τις καταγγελίες αναμένουν και ενημέρωση για το αποτέλεσμα. Αναμένουν να ενημερωθούν ή και να επιβληθούν ποινές, εάν βεβαίως προκύπτει τέτοιο ζήτημα. Εμείς παρατηρούμε τη σιωπή του ΟΚΥπΥ και απαιτούμε ενημέρωση και απαντήσεις».
Ο κ. Κούμας χαρακτήρισε «ιδιαίτερα σοβαρές» τις καταγγελίες και επικαλούμενος τους γιατρούς που προχώρησαν σε αυτές, τόνισε ότι «η πράξη τους αναδεικνύει το έργο της πλειοψηφίας των κυβερνητικών γιατρών», υπογραμμίζοντας ότι «τέτοιου είδους συμπεριφορές, εάν πράγματι αποδειχθούν αληθή τα όσα αναφέρονται, δεν μπορούν και δεν πρέπει να γενικεύονται».


