18 Μαρτίου, 2026
1:05 μμ

Χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις στην αρχική αξιολόγηση αλλά με αυξημένο ποσοστό στην τελική αξιολόγηση, ολοκληρώθηκε η «ακτινογραφία» του Προγράμματος Ελληνομάθειας για τη σχολική χρονιά 2024 – 2025.

Ένα πρόγραμμα που εφαρμόζεται σε όλα τα δημόσια δημοτικά σχολεία και που αποσκοπεί στην αξιολόγηση του επιπέδου ελληνομάθειας των μαθητών που δεν κατέχουν την ελληνική γλώσσα επαρκώς, έτσι ώστε να ενταχθούν σε στοχευμένα προγράμματα εκμάθησής της, καθώς και στην αξιολόγηση του επιπέδου ελληνομάθειας των μαθητών οι οποίοι ολοκληρώνουν τη φοίτησή τους στα προγράμματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, έτσι ώστε να καταγράφεται η πρόοδός τους, όπως και η αποτελεσματικότητα των εν λόγω προγραμμάτων.

Συγκεκριμένα, για τη σχολική χρονιά 2024 – 2025, στην αρχική αξιολόγηση συμμετείχαν συνολικά 2.941 μαθητές και διαπιστώθηκε πως η συντριπτική τους πλειοψηφία (91,6%) είχε επίπεδο ελληνομάθειας χαμηλότερο του Β1 (το απαραίτητο επίπεδο).

Επομένως, αυτοί οι μαθητές πρέπει να ενταχθούν σε πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Σημειώνεται ότι το αντίστοιχο ποσοστό για την αμέσως προηγούμενη σχολική χρονιά (2023 – 2024) ανερχόταν σε 91,5%.

Eπίσης, διαπιστώθηκε ότι ποσοστό της τάξης του 8,4% εντοπίστηκε με επίπεδο ελληνομάθειας Β1. Το αντίστοιχο ποσοστό του 2023 – 2024 ήταν 8,5%.

Στην τελική αξιολόγηση συμμετείχαν 2.574 μαθητές και προέκυψε ότι το 48,9% των μαθητών που ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, κατέκτησαν το επίπεδο ελληνομάθειας Β1, ενώ το 33,1% βρέθηκε να κατέχει επίπεδο ελληνομάθειας Α2 και ποσοστό 18,0% επίπεδο ελληνομάθειας Α1.

Όπως σημειώνεται σε ενημερωτικό δελτίο του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης, στα διαχρονικά αποτελέσματα του εν λόγω προγράμματος, το ποσοστό επίτευξης του Β1 στην τελική αξιολόγηση κυμαίνεται από 36,8% ως 55,2%, με το ποσοστό της σχολικής χρονιάς 2024 – 2025 να είναι κατά 2,5% υψηλότερο από αυτό της σχολικής χρονιάς 2023 – 2024, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό ανήλθε σε 46,4%.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο του Προγράμματος Ελληνομάθειας διερευνήθηκε επιπλέον η συσχέτιση διαφόρων μεταβλητών που πιθανόν να σχετίζονται με την επιτυχή κατάκτηση του επιπέδου Β1 για τους μαθητές που ολοκληρώνουν το πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας.

Οι μεταβλητές χωρίστηκαν σε δύο γενικές κατηγορίες:

-Προσωπικά/οικογενειακά χαρακτηριστικά μαθητή (φύλο, τόπος γέννησης, ελληνόφωνοι γονείς/κηδεμόνες).
-Εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά (τάξη φοίτησης και συνολικά έτη συμμετοχής σε πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας).

Διαφάνηκε ότι τα κορίτσια έχουν περισσότερες πιθανότητες να κατακτήσουν το επίπεδο Β1 απ’ ότι τα αγόρια. Περαιτέρω, τα παιδιά με έναν τουλάχιστον ελληνόφωνο γονέα/κηδεμόνα έχουν περισσότερες πιθανότητες να κατακτήσουν το επίπεδο Β1.

Από τις μεταβλητές στην κατηγορία «εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά», οι μαθητές οι οποίοι φοιτούν σε μεγαλύτερες τάξεις (Γ’, Δ’, Ε΄ και Στ’) έχουν περισσότερες πιθανότητες να κατακτήσουν το επίπεδο Β1.

Το ίδιο ισχύει και για τους μαθητές που παρακολουθούν περισσότερο από ένα έτος ενισχυτικής διδασκαλίας.

Επίσης, επισημάνθηκε ότι από τους 2.574 μαθητές οι οποίοι συμμετείχαν στην τελική αξιολόγηση, για τους 2.321 (90,2%) ήταν εφικτή η σύγκριση (εφόσον στα παιδιά είχαν διενεργηθεί δύο μετρήσεις, εντός των τελευταίων πέντε ετών).

Από τα παιδιά που συμμετείχαν στην αρχική αξιολόγηση το 2020 – 2021, 8 παιδιά (72,7%), το 2021 – 2022, 19 παιδιά (52,8%), το 2022 – 2023, 415 παιδιά (63,9%) και το 2023 – 2024, 717 παιδιά (44,1%) κατέκτησαν το επίπεδο Β1.

Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση έγινε με τα διαγνωστικά δοκίμια «Μιλάς Ελληνικά Ι», που στηρίζονται στην κλίμακα αξιολόγησης του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς (ΚΕΠΑ) για τις γλώσσες.

Exit mobile version