Μετά τη λήξη του Αγώνα της ΕΟΚΑ και ιδιαίτερα στην πρώτη επέτειο της 1ης Απριλίου 1959, στην Κύπρο διοργανώνονταν πληθώρα εκδηλώσεων μνήμης και τιμής. Ανάμεσα σε αυτές ξεχώρισε η παρουσίαση του έργου οι «Σταυραετοί», ενός πατριωτικού δράματος που γεννήθηκε μέσα από το ίδιο το βίωμα του Αγώνα και οργανώθηκε από την ΟΧΕΝ. Το έργο που ήταν συνδεδεμένο με την ΕΟΚΑ περιόδευσε σε όλες τις πόλεις και τις κοινότητες της Κύπρου, μεταφέροντας παντού και πέραν των πέντε ετών, το ίδιο μήνυμα συγκίνησης και υπερηφάνειας.
Οι εφημερίδες της εποχής καταγράφουν με έντονο τρόπο τη σημασία του έργου. Υπό τον τίτλο «Παμπάφιος Εορτή Νεολαίας», ο «Φιλελεύθερος» της 17ης Απριλίου 1959 ανακοίνωνε ότι η παράσταση θα ανέβαινε στο Κινηματοθέατρο «Τιτάνια» Πάφου, την επόμενη μέρα συνοδευόμενο από άσματα και απαγγελίες.
Μελετώντας βαθύτερα τα αρχεία του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, εντοπίζουμε άρθρο στην εφημερίδα «Ελευθερία» (21.04.1959) που αναφέρει ότι το έργο παρουσιάζεται ως «δραματική σύνθεσις» που αποκαλύπτει «αγνώστους μέχρι τούδε απόψεις του ρόλου τον οποίον διεδραμάτισαν αι Ελληνίδες της Κύπρου εις τον Αγώνα». Ο τίτλος «Σταυραετοί» λειτουργεί ως συμβολικό όνομα των αγωνιστριών, αποδίδοντας τη δύναμη, την αντοχή και την αφοσίωσή τους. Το στοιχείο αυτό δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο έργο, αφού για πρώτη φορά προβαλλόταν τόσο καθαρά η συμβολή των γυναικών. Το γεγονός ότι το έργο γράφτηκε από γυναίκα και παρουσιάστηκε μόνο από γυναίκες ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη διάσταση. Ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ Στρατηγός Γρίβας, κατά την επάνοδό του στην Αθήνα τόνισε την ενεργό συμμετοχή των γυναικών της Κύπρου στον Αγώνα της ΕΟΚΑ. Ελάχιστα πρόσωπα όμως στην Κύπρο, φαντάσθηκαν ποτέ ότι η συμβολή των γυναικών στον Αγώνα θα μπορούσε να ήταν τόσο μεγάλη όπως εμφανίζεται στο συγκεκριμένο έργο.

Στη συνέχεια, το άρθρο αναφέρει ότι «οι οργανωταί των παραστάσεων του έργου είναι μέλη της ΟΧΕΝ και ότι ο ίδιος ο ανταποκριτής του Ρέουτερ, Σ. Γκεμπενλιάν, παρηκολούθησε μίαν τοιαύτην παράστασιν εις το οίκημα της ΟΧΕΝ Λευκωσίας. Η σκηνή επλαισιούτο από πορτραίτα του Στρατηγού Γρίβα και του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η μόνη άλλη εικών εις την αίθουσαν όπου εδόθη η παράστασις, ήτο η της Σταυρώσεως. Προ της ενάρξεως της παραστάσεως μια γοητευτική νεάνις, ηλικίας μόλις 15 ετών, ωμίλησε περί της τετραετούς εκστρατείας της ΕΟΚΑ, των επιτευγμάτων της και των νικών της και περί του ρόλου, τον οποίον διεδραμάτισαν αι γυναίκες. Εν συνεχεία η νεαρά ομιλήτρια εστιγμάτισε την βάρβαρον συμπεριφοράν των δυνάμεων ασφαλείας κατά την ανάκρισιν των πατριωτών».
Χειροκρότημα και δάκρυα
Η παράσταση αποκτούσε χαρακτήρα σχεδόν τελετουργικό. Η σκηνή πλαισιωνόταν από μορφές του Αγώνα με έμφαση στα επιτεύγματα και τον ρόλο των γυναικών. Σύμφωνα με την εφημερίδα, «κύμα συγκινήσεως σαρώνει το ακροατήριον», με ιερείς να χειροκροτούν και αγωνιστές να σκουπίζουν τα δάκρυά τους. Ο ανταποκριτής του ειδησεογραφικού πρακτορείου, αναφέρεται σε μερικές από τις δραματικές σκηνές του έργου με χαρακτηριστικούς διάλογους, και προσθέτει: «Ένα κύμα συγκίνησης σαρώνει το ακροατήριο. Βλέπω ιερείς να χειροκροτούν όταν πέφτει η αυλαία. Άνδρες της ΕΟΚΑ, που μέχρι πρόσφατα καταζητούνταν, παρακολουθούν το έργο στην πρώτη σειρά και σκουπίζουν τα δάκρυα από τα μάτια τους. Ψίθυροι αγανάκτησης ακούγονται από τους θεατές, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, όταν η Άννα βρίσκεται στο δάπεδο του κελιού της με δεμένα τα χέρια και τα πόδια και το αίμα να ρέει από το κεφάλι της. Αρνήθηκε να μιλήσει. Οι τοίχοι του κελιού έφεραν συνθήματα, τα οποία έγραψαν προφανώς προηγούμενοι κρατούμενοι: «Ζήτω ο Μακάριος και ο Διγενής», «μην ομιλήτε», «μην προδίδετε». Η Άννα φωνάζει: «Ποτέ δεν θα ομιλήσω ανεξαρτήτως του πόσον θα βασανισθώ».
Ο Γκεμπενλιάν, αναφερόμενος στην εξέλιξη του έργου, γράφει ότι η Στέλλα μετανιώνει που έδωσε πληροφορίες και αποφασίζει να επανορθώσει το λάθος. Βοηθά την Άννα να δραπετεύσει από τη φυλακή και τη διευκολύνει να ενταχθεί σε αντάρτικη ορεινή ομάδα. Η πράξη της αποκαλύπτεται και η Στέλλα ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου. Το σώμα της σύρεται πάνω στη σκηνή και προτού εκπνεύσει αναφωνεί «αποθνήσκω, αλλά η Άννα είναι ελευθέρα να συνεχίση των Αγώνα». Καθώς πεθαίνει, ο άγγελος της ελευθερίας μπαίνει στο κελί της και αφήνει ένα δάφνινο στεφάνι και μια ελληνική σημαία επάνω στο σώμα της.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η περιγραφή της ατμόσφαιρας κατά τη διάρκεια της παράστασης. Το ακροατήριο συγκλονίζεται και ξεσπά σε ασυγκράτητα δάκρυα όταν οι αντάρτισσες, συγκεντρωμένες γύρω από το ορεινό τους κρησφύγετο, ορκίζονται στα όπλα τους: «Ποτέ δεν θα παραδοθούμε». Οι παρευρισκόμενοι δονούσαν την ατμόσφαιρα, φωνάζοντας «Ζήτω η ΕΟΚΑ». Το θέατρο μετατρέπεται σε χώρο συλλογικής μνήμης, όπου η εμπειρία του Αγώνα αναβιώνει με ένταση.
Σημαντική είναι και η παρουσία προσωπικοτήτων. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, παρών στην παράσταση, συνεχάρη τις νεάνιδες της ΟΧΕΝ για τη συμμετοχή τους στον Αγώνα, τονίζοντας τον ηθικό χαρακτήρα της δράσης τους. Η παρέμβασή του ενισχύει τη σύνδεση του έργου με τις αξίες της εποχής και προσδίδει κύρος στην προσπάθεια των νεαρών γυναικών.
Ανάλογη βαρύτητα έχει και η μαρτυρία της Ουρανίας Κοκκίνου, «διακεκριμένης θεολόγου, η οποία συνελήφθη κατά την έκτακτον κατάστασιν ως ύποπτον μέλος της ΕΟΚΑ και εκρατήθη επί πολλούς μήνας άνευ δίκης». Υπογράμμισε πως «εκείνο το οποίον είδατε αποτελεί αναπαράστασιν μερικών από τα πράγματα εις τα οποία αντεπεξήλθαμεν δια να επιτύχωμεν την ελευθερίαν». Η φράση αυτή δίνει στο έργο χαρακτήρα βιωματικό και αυθεντικό, ξεπερνώντας τα όρια μιας απλής θεατρικής παράστασης.
Σε άρθρο της εφημερίδας «Ελευθερία» (12.10.1959) που υπογράφει ο Καζαφανιώτης, αναφέρονται αναλυτικά τα ονόματα των πρωταγωνιστριών της παράστασης. Τον ρόλο της Στέλλας υποδύθηκε η Τασούλα Παρασκευά, ενώ την Άννα, η Δέσπω Σιδερά, με αμφότερες να αποδίδουν με μεγάλη επιτυχία τους ρόλους τους. Εξαιρετική υπήρξε και η παρουσία της Ιουλίας Σάββα στον ρόλο της αστυνομικού. Άλλες πρωταγωνίστριες ήταν η Άλση και Αναστασία Μαυρουδή, Ανδρούλα Λιονταρή και Άννα Θωμά. Στους «Σταυραετούς» συμμετείχαν επίσης η Αθηνά Χατζηνικολάου (Ειρήνη), η Μαρούλα Πιερή (Αγγέλα), η Μαρούλα Σ. Παύλου (Φρόσω) και η Έλλη Αθανασίου. Αξίζει να αναφερθούν και τα υπόλοιπα μέλη της παράστασης, Παρασκευής Χ. Σολωμού και Μαρούλας Χ. Σολωμού. Τέλος, η μικρή Μαριγούλα (Γεωργία Χ. Σολωμού), παρά το νεαρό της ηλικίας, απέδωσε εξαίρετα τον δικό της ρόλο.
Ανέγερση Μνημείου Πεσόντων
Αξίζει να σημειωθεί ότι το πατριωτικό δράμα οι «Σταυραετοί», σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, τη Δευτέρα του Πάσχα (1959), ανέβασαν το Θ.Ο.Ι. Νεανίδων «Αγία Παρασκευή» και το Ελεύθερο Εργατοϋπαλληλικό Σωματείο Τεμβριάς, με τα έσοδα να διατίθενται για την ανέγερση μνημείου προς τιμήν των πεσόντων της Τεμβριάς για την κυπριακή ελευθερία, Ανδρέα Αβρααμίδη και Χρίστου Κύρου.
Οι «Σταυραετοί» αποτελούν ένα πολύτιμο τεκμήριο της εποχής, όπου η τέχνη συναντά την ιστορία και η μνήμη αποκτά φωνή. Μέσα από το έργο αναδεικνύεται μια πτυχή του Αγώνα και λαμβάνει τη θέση που της αξίζει. Και εκεί βρίσκεται η βαθύτερη δύναμη του έργου. Οι γυναίκες της Κύπρου στέκονται στο προσκήνιο ως φορείς θάρρους και αυταπάρνησης. Αγγελιοφόροι, μαχήτριες, σιωπηλές ηρωίδες που στήριξαν έναν ολόκληρο Αγώνα. Με πίστη και αντοχή κράτησαν ζωντανή την ελπίδα της ελευθερίας μέσα στις πιο δύσκολες στιγμές.
Στο τέλος μένει μια εικόνα δυνατή και ανεξίτηλη, γυναίκες που βάδισαν μέσα στη φωτιά της ιστορίας και άφησαν πίσω τους το φως, γυναίκες που σήκωσαν το βάρος της πατρίδας χωρίς να ζητήσουν οποιαδήποτε ανταμοιβή. Και μέσα από τη θυσία τους χάραξαν μια πορεία που συνεχίζει να εμπνέει, θυμίζοντας πως η ελευθερία γράφτηκε και με τη δική τους ψυχή.


