Ο σκηνογράφος Λάκης Γενεθλής μιλά για τη διαδρομή που τον οδήγησε στη δημιουργία της έκθεσης «Μεσαιωνική Λευκωσία: Γενέθλια Πόλη», και για τον τρόπο με τον οποίο «στήθηκε» ξανά μέσα στους χώρους του παλαιού Δημαρχείου.
Η έκθεση, που βασίζεται στα ποιήματα της Νάσας Παταπίου με τίτλο «Γενέθλια Πόλη», αναπτύσσεται γύρω από τρία εμβληματικά φορέματα, τριών γυναικών που έζησαν κατά τον Μεσαίωνα, τα οποία λειτουργούν ως κεντρικά στοιχεία της αφήγησης. Κάθε ένα συνδέεται με μια ιστορία και αποκαλύπτει πτυχές της μεσαιωνικής κοινωνίας.
Η πρόκληση για τον επιμελητή της έκθεσης Λάκη Γενεθλή ήταν να τοποθετήσει το υλικό σε έναν διάλογο με τον εκθεσιακό χώρο. «Η έκθεση δεν προσεγγίστηκε θεατρικά. Δημιουργήσαμε έναν κόσμο μέσα από την ποίηση, τα κοστούμια και την εικόνα, έτσι ώστε ο θεατής να εισέλθει στον χώρο, να αφεθεί και να ταξιδέψει» λέει ο επιμελητής.
Εξηγεί πως «έπρεπε να βρεθεί ένας σύγχρονος τρόπος παρουσίασης, χωρίς να είναι αυστηρά ιστορικός. Δεν υπήρχε πρόθεση να παρουσιαστεί μια αναπαράσταση με αυστηρούς κανόνες ιστορικής ακρίβειας, αλλά κάτι πιο ανοιχτό. Θέλαμε να δέσει το κάθε φόρεμα με το video art, έτσι ώστε να βρεθεί ισορροπία ανάμεσα στο κοστούμι και την κινούμενη εικόνα. Αυτό ήταν το βασικό ζητούμενο».
Μέσα από αυτόν τον συνδυασμό, η πόλη παρουσιάζεται με ιστορικά στοιχεία, καλλιτεχνική προσέγγιση και σύγχρονη ματιά. «Η Λευκωσία εμφανίζεται ως ένας χώρος με πολλές αντιθέσεις και ταυτότητες, ένας τόπος που κουβαλά μνήμη και εμπειρίες», αναφέρει ο κ. Γενεθλής.

Ο σκηνογράφος στο πρώτο του αυτό εγχείρημα ως επιμελητής, δίνει ιδιαίτερη σημασία και στη συνολική εμπειρία του επισκέπτη. Η χρήση κειμένου, εικόνας και εικαστικών εγκαταστάσεων δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο ο κάθε επισκέπτης μπορεί να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της μεσαιωνικής πόλης, κατανοώντας το πολιτισμικό υπόβαθρο που διαμόρφωσε τη σύγχρονη Λευκωσία».
Ο Λάκης Γενεθλής, διανύοντας άλλη μία δημιουργική χρονιά, κατά την οποία ‘ταξίδεψε’ με Άγκαθα Κρίστι και το «Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές» του ΘΟΚ, δούλεψε για την παράσταση «Η γιαγιά μου Κυριακού», και πρόσφατα με τον «Πατέρα» του Φλοριάν Ζελέρ από το Θέατρο Δέντρο και τη Θεατρική Στέγη Λάρνακας, τονίζει πως «είναι γοητεία να δουλεύεις για άλλες εποχές, γιατί δημιουργείς κόσμους. Δεν το πετυχαίνεις πάντα, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες».

Εξηγεί πως στην έκθεση «Μεσαιωνική Λευκωσία: Γενέθλια Πόλη», η δουλειά ήταν ομαδική και οι συνεργάτες εξαιρετικοί. «Η αλήθεια είναι πως δουλέψαμε ως επιμελητές μαζί – εγώ, ο σκηνοθέτης Πέτρος Χαραλάμπους και η ομάδα. Υπήρξε πολύ καλή συνεργασία».
Όπως λέει, η αφετηρία της έκθεσης δεν ήταν εξαρχής ο σχεδιασμός μιας ολοκληρωμένης εικαστικής πρότασης. «Ξεκίνησε με ένα τηλεφώνημα από τον σκηνοθέτη Πέτρο Χαραλάμπους και η αρχική πρόταση αφορούσε στα ποιήματα της Νάσας Παταπίου, συγκεκριμένα τρία ποιήματα για τρεις γυναίκες που σχετίζονται με τη μεσαιωνική Λευκωσία, και η ανάγκη ήταν να δημιουργηθούν κοστούμια. «Από εκείνο το σημείο ξεκίνησε μια δημιουργική διαδικασία με χαρακτήρες, υφάσματα και σκίτσα, μέχρι να φτάσουμε στο τελικό αποτέλεσμα.
Πριν από έναν χρόνο κάναμε τα γυρίσματα στη Λευκωσία. Παράλληλα, υπήρχαν στοιχεία που δεν μπήκαν τελικά στην έκθεση, αλλά εμφανίζονται στο βίντεο του Πέτρου, το οποίο παρουσιάζεται πλέον στον χώρο της έκθεσης, όπως παπούτσια, κορώνες και διάφορα άλλα αντικείμενα. Εκεί λοιπόν, ξεκίνησε η ιδέα να εκθέσουμε το υλικό αυτό», λέει χαρακτηριστικά.
Η διαμόρφωση του εκθεσιακού χώρου αποτέλεσε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Ο Γενεθλής εξηγεί ότι χρειάστηκε να δουλέψει με πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις. «Έκανα αρκετές μακέτες για κάθε χώρο, του Παλαιού Δημαρχείου, αφού ο χώρος ήταν δύσκολος και τα μικρά δωμάτια απαιτούσαν ειδική προσέγγιση, αφού μας περιόριζαν».
«Πολλά πράγματα στήθηκαν επιτόπου», σημειώνει, αφού η τελική εικόνα δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο σχεδιασμού, αλλά και προσαρμογής μέσα στον ίδιο τον χώρο.
Περιγράφοντας τη διαδρομή του επισκέπτη, ο επιμελητής δίνει μια καθαρή εικόνα της εμπειρίας. «Ο επισκέπτης μπαίνει από την είσοδο, όπου βλέπει φωτογραφίες και πληροφορίες για την έκθεση. Μετά υπάρχουν τρεις αίθουσες στη σειρά, και στο τέλος μία ακόμη, που αφορά τη σύγχρονη Λευκωσία, μαζί με το βίντεο του Πέτρου Χαραλάμπους».
Και ποιος ο ρόλος της έρευνας; «Τεράστιος», απαντά. «Το λέω πάντα: χωρίς έρευνα δεν μπορείς να προχωρήσεις. Μόνο όταν ξέρεις την ιστορία, δημιουργείς», λέει, τονίζοντας πόσο λύνει τα χέρια στην έρευνα το διαδίκτυο και η τεχνολογία.
Η συλλογική αυτή προσέγγιση φαίνεται να ήταν βασικό στοιχείο της διαδικασίας. Παράλληλα, ανοίγει και μια συζήτηση για τη σχέση παρελθόντος και παρόντος. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα εκθέματα δείχνει ότι η ιστορία δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι μακρινό ή αποκομμένο. Αντίθετα, υπάρχει μια προσπάθεια να φανεί πώς τα στοιχεία αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα, είτε μέσα από την τέχνη είτε μέσα από τις εμπειρίες των ανθρώπων.

Η έκθεση που αναδεικνύει τις τρεις γυναικείες μορφές του 16ου αιώνα δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική αναδρομή, αλλά μια βαθιά ανθρωποκεντρική αφήγηση που φωτίζει τη θέση της γυναίκας σε περιόδους κρίσης, πολέμου και μετακίνησης πληθυσμών.
Η βάση ήταν τα ποιήματα της Νάσας Παταπίου, δυνατά ποιήματα, αλλά και δύσκολα, πρέπει να τα προσεγγίζεις με σεβασμό» αναφέρει. Όπως επισημαίνει «στόχος μας δεν είναι μόνο να παρουσιάσουμε γεγονότα, αλλά να δώσουμε φωνή σε πρόσωπα που για αιώνες έμειναν στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας».
Η Έλενα Δενόρες Συγκλητικού με ρίζες από την Αγγλία, το 1570 αιχμαλωτίστηκε και, αφού απελευθερώθηκε, κατέφυγε ως πρόσφυγας στη Βενετία. Η Λουκρητία Λασσέ με πατέρα φραγκικής καταγωγής και μητέρα Ελληνίδα της Κύπρου, η οποία το 1570 έχασε τους δικούς της και έζησε είκοσι χρόνια σκλάβα. Όταν απελευθερώθηκε με λύτρα, κατέφυγε στη Βενετία εκπληρώνοντας το τάμα της, αφιερώνοντας ένα έργο του σπουδαίου ζωγράφου του Ιωάννη του Κυπρίου με την Ανάσταση του Χριστού. Η Κατερίνα Φλαγγή, Ελληνίδα της Κύπρου, η οποία στην πολιορκία της Λευκωσίας το 1570 ως έφηβη έκοψε τα μακριά μαλλιά της, ντύθηκε με ανδρικά ρούχα και πολεμώντας έπεσε ηρωικά υπέρ πατρίδος.

Μέσα από τις ιστορίες των τριών γυναικών που έζησαν τον 16ο αιώνα, ο επισκέπτης καλείται να προσεγγίσει μια εποχή ταραγμένη, αλλά και να αναστοχαστεί πάνω σε έννοιες όπως η αντοχή, η ταυτότητα και η μνήμη.
Παράλληλα, η έκθεση θέτει ερωτήματα που αφορούν και το παρόν. «Οι ιστορίες αυτές δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν», τονίζει ο επιμελητής, «καθώς ζητήματα όπως ο εκτοπισμός, η βία και η αναζήτηση ταυτότητας παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα».
Μέσα από αυτή τη σύνδεση, η έκθεση επιδιώκει να λειτουργήσει όχι μόνο ως χώρος μνήμης, αλλά και ως πεδίο προβληματισμού. Οι ιστορίες των τριών αυτών γυναικών παραπέμπουν τέλος και σε όσα προκαλεί ο πόλεμος και συνδέονται με τραύματα και πληγές που έζησαν οι κύπριες κατά την τουρκική εισβολή το 1974.
Ελεύθερα, 05.04.2026










