Ανατροπή προέκυψε στο Εφετείο καθώς έγινε δεκτή η έφεση αλλοδαπού, με την οποία αμφισβητούσε την απόφαση των αρμόδιων αρχών να χαρακτηρίσουν τον γάμο του με Βουλγάρα υπήκοο ως εικονικό και να απορρίψουν την αίτησή του για έκδοση δελτίου διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία ως διαζευγμένου συζύγου Ευρωπαίας πολίτη.
Το πρωτόδικο δικαστήριο με απόφαση του στις 31 Μαρτίου 2025, είχε απορρίψει την προσφυγή που αφορούσε την απόφαση, ημερομηνίας 19 Αυγούστου 2024, να κρίνει τον γάμο του ως εικονικό και να απορρίψει, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024, την αίτησή του για έκδοση δελτίου διαμονής.
Το Εφετείο, εξετάζοντας το ιστορικό της υπόθεσης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, κατέληξε ότι υπήρξε παραβίαση δεδικασμένου ακυρωτικής απόφασης και πλημμελής διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης.
Ο γάμος, η σύλληψη και το διάταγμα για απέλαση
Ο εφεσείων τέλεσε γάμο με Βουλγάρα υπήκοο στις 26 Ιουλίου 2018 και στις 7 Αυγούστου 2018 υπέβαλε αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση εγκρίθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2019 με ισχύ έως τις 29 Ιανουαρίου 2024.
Στις 16 Νοεμβρίου 2021, η άδεια διαμονής ανακλήθηκε, καθώς διαπιστώθηκε ότι δεν συζούσε με τη σύζυγό του. Ο εφεσείων προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο με απόφαση ημερομηνίας 30 Ιουνίου 2022 ακύρωσε την απόφαση ανάκλησης.
Στο μεταξύ, είχε συλληφθεί στις 15 Μαρτίου 2022 για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, τα οποία ακυρώθηκαν με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στις 5 Ιουλίου 2022.
Παράλληλα, το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας κήρυξε τη λύση του γάμου στις 6 Δεκεμβρίου 2021 λόγω «ισχυρού κλονισμού», με το διαζύγιο να καθίσταται τελεσίδικο στις 15 Μαρτίου 2022.
Μετά τις ακυρωτικές αποφάσεις, αφαιρέθηκαν τα στοιχεία του από το stop-list, ενώ η υπόθεση επανεξετάστηκε. Στις 6 Φεβρουαρίου 2023, υπέβαλε νέα αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής ως διαζευγμένος σύζυγος Ευρωπαίας πολίτη.
Στη συνέχεια στις 18 Ιουλίου 2024, η Συμβουλευτική Επιτροπή για τους εικονικούς γάμους συνεδρίασε και εισηγήθηκε ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν ότι ο γάμος ήταν εικονικός. Ακολούθησε η έκδοση των επίδικων αποφάσεων.
Η απόφαση του Εφετείου
Το Εφετείο έκρινε ότι, παρά τη διαφορετική διατύπωση των αποφάσεων, το διοικητικής φύσεως ζήτημα που είχε κριθεί με την προσφυγή δηλαδή η νομιμότητα της άδειας διαμονής του εφεσείοντα— συνιστούσε δεδικασμένο, το οποίο η Διοίκηση όφειλε να σεβαστεί.
Διαπιστώθηκε ότι η Διοίκηση, κατά την επανεξέταση, στηρίχθηκε εκ νέου στο Έντυπο Ελέγχου Γνησιότητας Γάμου ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2020, το οποίο είχε ήδη κριθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο ως ανεπαρκώς διερευνημένο. Το έγγραφο αυτό αποτέλεσε το βασικό στοιχείο πάνω στο οποίο η Συμβουλευτική Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα περί μη συμβίωσης και εικονικότητας του γάμου.
Το Εφετείο διαπίστωσε επίσης ότι δεν λήφθηκε επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι είχε ήδη εκδοθεί διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο λόγω ισχυρού κλονισμού, ενώ στον διοικητικό φάκελο καταγραφόταν λανθασμένα περίοδος «παράνομης παραμονής», παρά την αναβίωση της άδειας διαμονής μετά την ακυρωτική απόφαση.
Εντέλει, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση δεδικασμένου και πλημμελής διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης. Ως αποτέλεσμα, η Έφεση έγινε δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα ύψους €3.500 πλέον ΦΠΑ υπέρ του εφεσείοντα.


