Η υπόθεση με το επίμαχο βίντεο που ταρακούνησε συθέμελα την Κυβέρνηση ειδικότερα και το πολιτικό σύστημα γενικότερα είναι πολύ σοβαρή και εγείρει σοβαρά ζητήματα επί διαφόρων πτυχών της δημόσιας ζωής του τόπου. Πέραν των όποιων υπονοιών περί διαφθοράς, για τις οποίες γίνεται μεγάλη συζήτηση και ορθώς απαιτείται η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης και των όσων φέρονται να έχουν λεχθεί, είτε αποσπασματικά ως μονταρισμένα πλάνα είτε ολοκληρωμένα από τους φερόμενους πρωταγωνιστές του βίντεο, αναφύονται τεράστια ερωτήματα που άπτονται θεμάτων ασφάλειας του κράτους, πολιτικής επιπολαιότητας αλλά και σχεδιασμού διαχείρισης μιας κρίσης.
Το να κρίνουμε, βέβαια, εκ των υστέρων και από απόσταση είναι εύκολο. Όταν όμως γίνεται παραδεκτό ότι υπήρχε προειδοποίηση πως η χώρα ήταν στο στόχαστρο λόγω της Προεδρίας της Ε.Ε., το κράτος όφειλε και οφείλει να είναι προετοιμασμένο ώστε να αντιμετωπίσει τις όποιες ενδεχόμενες απειλές. Όπως, επίσης, όφειλαν και οφείλουν οι όποιοι κρατικοί αξιωματούχοι να είναι διπλά και τριπλά προσεκτικοί όταν εκθέτουν τους εαυτούς τους σε αγνώστους που έρχονται με τόση ευκολία να πουλήσουν «επενδύσεις» και «εισφορές».
Επί της ουσίας του θέματος, υπάρχουν τρεις διαστάσεις.
Η πρώτη αφορά τα όσα φέρονται να λέγονται από τους πρωταγωνιστές του βίντεο, τα οποία, μέσω και του μοντάζ που έγινε, οδηγούν σε υπόνοιες μεθόδων διαφθοράς της παρούσας Κυβέρνησης. Βεβαίως, το γεγονός ότι γίνεται αυτή η υπόμνηση μέσω της ιστορίας δεν σημαίνει ότι ισχύει.
Οι παραγωγοί του βίντεο, καλά μελετημένοι προφανώς και γνώστες της ευαισθησίας της κυπριακής κοινωνίας στα θέματα διαφθοράς, ήξεραν πώς να χτυπήσουν, ποια θα ήταν τα «θύματά» τους και ποια θα ήταν τα ζητήματα που θα ήγειραν: προεκλογική εκστρατεία, «μαύρο χρήμα» από χρηματοδοτήσεις και υπόνοιες διασύνδεσης με το ταμείο του Φορέα. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι από το βίντεο προκύπτει αυτό ως συμπέρασμα πέραν πάσης αμφιβολίας. Σε καμία περίπτωση. Επειδή όμως ζούμε στην εποχή των εντυπώσεων και της επιφανειακής και πολλές φορές επιλεκτικής πληροφόρησης, η Κυβέρνηση οφείλει να δώσει απαντήσεις και οι Αρχές του κράτους να προχωρήσουν στην πλήρη διερεύνηση των όσων υπαινίσσονται μέσα από το βίντεο.
Η δεύτερη διάσταση αφορά τη σκοπιμότητα δημιουργίας αυτού του βίντεο. Ο δημιουργός του είναι ξεκάθαρο ότι στόχευσε στην πρόκληση πολιτικής κρίσης και ήθελε να πλήξει όχι μόνο την Κυβέρνηση αλλά και ολόκληρη τη χώρα. Διότι οι συνέπειες και οι προεκτάσεις της όλης ιστορίας δεν περιορίζονται μόνο στο πολιτικό κόστος του Νίκου Χριστοδουλίδη και της Κυβέρνησής του, αλλά αγγίζουν όλο το φάσμα της χώρας: από την κρίση που μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη απορρύθμιση του πολιτικού συστήματος μέχρι τον αντίκτυπο στην οικονομία του κράτους. Η διερεύνηση αυτής της πτυχής είναι ακόμη σημαντικότερη. Αυτός που μπήκε στη διαδικασία να δημιουργήσει το συγκεκριμένο βίντεο δεν το έκανε ούτε για να εξυπηρετήσει τη διαφάνεια ούτε για να συνδράμει στην εξυγίανση των διαδικασιών. Το έκανε για να πλήξει τη χώρα και να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα συμφέροντα. Άρα, ανεξάρτητα από τις όποιες ευθύνες υπάρχουν ή την αφέλεια με την οποία κάποιοι έγιναν θύματα της όλης ιστορίας, το ποιοι και γιατί δημιούργησαν το βίντεο είναι κύριο ζητούμενο.
Η τρίτη διάσταση αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση διαχειρίστηκε το ζήτημα. Από την Πέμπτη μέχρι τη Δευτέρα, μεσολάβησε αρκετός χρόνος. Η παραίτηση Χαραλάμπους ήταν εκ των ων ουκ άνευ από τις πρώτες ώρες που άρχισε να ξεκαθαρίζει το θέμα. Όχι ως παραδοχή, αλλά ως πράξη ανάληψης πολιτικής και όχι οποιασδήποτε άλλης ευθύνης, για διευκόλυνση τόσο του Προέδρου όσο και των όποιων πολιτικών αποφάσεων. Έπρεπε να σταλεί ένα μήνυμα στην κοινωνία. Κατά δεύτερον, η παραίτηση της Φιλίππας Καρσερά από τον Φορέα έπρεπε να συνοδευτεί και από εξαγγελίες μέτρων για να έχει αποτέλεσμα. Ενδεχομένως να μη χρειαζόταν και η παραίτηση εάν εξαγγέλλονταν μέτρα.
Τέλος, υπάρχει ακόμη μία διάσταση και αφορά την ευκολία με την οποία η κοινωνία καταπίνει αμάσητα και δέχεται ως δεδομένη κάθε πληροφορία που βλέπει να διακινείται στο διαδίκτυο. Σαν έτοιμη από καιρό, σαν εξαγριωμένος όχλος, δικάζει και καταδικάζει, χωρίς να ενδιαφέρεται αν αυτό που λέγεται είναι πλήρες και αληθές, ποιος είναι αυτός που το λέει και ποιος ο σκοπός της πράξης του.









