Οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης και η βελτίωση των δεικτών της κυπριακής οικονομίας αποτυπώνονται στην αγορά εργασίας και στους πλεονασμούς εργαζομένων. Το 2025, ο αριθμός των εργαζομένων που οδηγήθηκαν στην ανεργία ως πλεονάζον προσωπικό ήταν μειωμένος σχεδόν κατά 50% σε σχέση με το 2024.
Αντίστοιχη είναι και η εικόνα στα ποσά των αποζημιώσεων πλεονασμού που κατέβαλε το κράτος, τα οποία πέρσι ήταν μειωμένα κατά 54,7% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά.
Πέρσι, η Κύπρος κατέγραψε ποσοστά πλήρους απασχόλησης, με το ποσοστό της ανεργίας τον Δεκέμβριο του 2025 να κυμαίνεται στο 4,3%.
Σημειώνεται ότι τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας, σε συνδυασμό με τη μείωση των πλεονασμών αλλά και τη βελτίωση των μισθών, συνέβαλαν στην αύξηση της κατανάλωσης και, κατ’ επέκταση, των εσόδων του κράτους.
Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας, το 2025 εγκρίθηκαν συνολικά 1.386 αιτήσεις πλεονασμού, με το κόστος για το κράτος να ανέρχεται στα €15,7 εκατ.
Το ποσό αυτό προσεγγίζει τα επίπεδα του 2002, όταν το κράτος είχε καταβάλει €15,2 εκατ. για αποζημιώσεις πλεονασμού.
Το 2024 είχαν πλεονάσει συνολικά 2.509 εργαζόμενοι, με το κόστος των αποζημιώσεων να φτάνει τα €28,7 εκατ. Αντίστοιχα, το 2023 εγκρίθηκαν 2.398 αιτήσεις πλεονασμού, με συνολικό ποσό αποζημιώσεων €27,8 εκατ.
Το 2022 είχαν πλεονάσει 2.529 εργαζόμενοι και το κράτος κατέβαλε €30,5 εκατ., ενώ το 2021 εγκρίθηκαν 2.220 αιτήσεις, με συνολικές αποζημιώσεις €22,1 εκατ. Το 2020, 1.681 εργαζόμενοι οδηγήθηκαν σε πλεονασμό, λαμβάνοντας αποζημιώσεις ύψους €18,2 εκατ.
Συνολικά, την περίοδο 2020–2025, περίπου 13 χιλιάδες εργαζόμενοι βρέθηκαν σε καθεστώς πλεονασμού, με το κράτος να καταβάλλει αποζημιώσεις που ανήλθαν στα €143 εκατ.
Υπενθυμίζεται ότι τα υψηλότερα ποσά σε πλεονασμούς καταβλήθηκαν κατά τα έτη της βαθιάς οικονομικής κρίσης, το 2013 και το 2014, όταν το κράτος πλήρωσε συνολικά €188 εκατ.
Συγκεκριμένα, το 2013 το κόστος των πλεονασμών ανήλθε στα €88,5 εκατ. και το 2014 στα €99,5 εκατ., καθώς τότε πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν και μεγάλος αριθμός εργαζομένων οδηγήθηκε στην ανεργία.
Σε ό,τι αφορά τα ανώτατα ποσά αποζημίωσης, το 2025 το μέγιστο ποσό πλεονασμού που κατέβαλε το κράτος σε μεμονωμένους εργαζόμενους ανήλθε στα €64.489, έναντι €60.874 το 2024. Το 2023 το αντίστοιχο ανώτατο ποσό ήταν €58.125, το 2022 ήταν €56.232, το 2021 ήταν €55.555 και το 2020 το μεγιστο ποσό ήταν €53.121.
Βάσει της νομοθεσίας για τον τερματισμό της απασχόλησης, το μέγιστο ποσό αποζημίωσης υπολογίζεται με βάση τον ανώτατο αριθμό εβδομάδων αποζημίωσης, που ανέρχεται στις 75,5 εβδομάδες, επί το εκάστοτε μέγιστο ποσό εβδομαδιαίας αμοιβής που λαμβάνεται υπόψη για πληρωμή.
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δικαίωμα πληρωμής από το Ταμείο Πλεονασμού έχουν εργαζόμενοι που έχουν απασχοληθεί για τουλάχιστον 104 εβδομάδες στον ίδιο εργοδότη πριν από τη συντάξιμη ηλικία.
Το ύψος της πληρωμής είναι ανάλογο με την περίοδο συνεχούς απασχόλησης και αντιστοιχεί σε τρεις εβδομάδες αποζημίωσης για κάθε συνεχές έτος εργασίας.


