Τηλεδιάγνωση από την Ελλάδα χωρίς θεσμικό πλαίσιο, εκ των υστέρων γνωματεύσεις, αναμονή μέχρι και 11 ώρες στα ΤΑΕΠ, εισαγωγές ασθενών με έντυπα που δεν φέρουν την υπογραφή ειδικών γιατρών και διαφωνίες μεταξύ κλινικών και τμημάτων, καταδεικνύουν τα ευρήματα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, όπως αυτά καταγράφονται σε ειδική έκθεση για τον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας.
Οι αιφνιδιαστικές επισκέψεις λειτουργών της Ελεγκτικής Υπηρεσίας στα Τμήματα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών τα ξημερώματα της 1ης Οκτωβρίου 2025, οδήγησαν σε διαπιστώσεις που μάλλον προκαλούν ιδιαίτερο προβληματισμό με τη σχετική Έκθεση να αναφέρεται σε «δομικά, διαδικαστικά, διαπροσωπικά και εργασιακά θέματα», τα οποία δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογία για να παρατείνεται ο χρόνος παραμονής των ασθενών στα ΤΑΕΠ» και την Υπηρεσία να επισημαίνει την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και εποπτείας, ώστε να διασφαλίζεται η συνεχής συμμόρφωση με τις διαδικασίες».
Υπενθυμίζεται ότι οι συγκεκριμένες μεταμεσονύκτιες επισκέψεις των λειτουργών της Ελεγκτικής Υπηρεσίας στα ΤΑΕΠ των δύο κρατικών νοσοκομείων (Λευκωσίας και Λεμεσού) είχαν ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων από πλευράς γιατρών, αλλά και άλλων επαγγελματιών και αποτέλεσαν αντικείμενο έντονων δημόσιων συζητήσεων και διαφωνιών.
Εκ των υστέρων γνωματεύσεις και ζήτημα ακτινολογικών εξετάσεων
Ιδιαίτερη αναφορά, κάνει η Ελεγκτική Υπηρεσία σε εκ των υστέρων γνωματεύσεις γιατρών, κάποιες εκ των οποίων έγιναν μάλιστα μετά την έκδοση εξιτηρίου στους ασθενείς.
«Οι ιατρικές γνωματεύσεις που αφορούν σε 14 περιπτώσεις ακτινογραφιών που διενεργήθηκαν στις 30.9.2025 στο νοσοκομείο Λευκωσίας κατά τη νυκτερινή βάρδια, ετοιμάστηκαν από ακτινολόγο του νοσοκομείου στις 2.10.2025, ενώ οι ασθενείς είχαν ήδη λάβει εξιτήριο από το ΤΑΕΠ», αναφέρεται στην Έκθεση με την Ελεγκτική Υπηρεσία να επισημαίνει πως: «Η καθυστέρηση στη σύνταξη των γνωματεύσεων αυξάνει τον κίνδυνο μη έγκαιρης αναγνώρισης παθολογικών ευρημάτων και ενδέχεται να επηρεάσει την ασφάλεια των ασθενών». (Σημειώνεται ότι μετά τον έλεγχο δόθηκαν οδηγίες για τερματισμό της πιο πάνω πρακτικής).
Αναξιοποίητος εξοπλισμός και αγορά υπηρεσιών τηλεδιάγνωσης από την Ελλάδα
Εκτενής είναι η αναφορά που γίνεται στην Έκθεσηξ και στην αγορά υπηρεσιών τηλεδιάγνωσης από την Ελλάδα.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρεται στην έκθεση της στη βλάβη που παρουσίαζε κατά τη διάρκεια του ελέγχου ο αξονικός τομογράφος στο γενικό νοσοκομείο Λευκωσίας, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να μεταφέρονται σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο του ΓεΣΥ για διενέργεια αξονικής τομογραφίας μέσω αγοράς υπηρεσιών.
«Η συμφωνία με το ιδιωτικό νοσηλευτήριο, η οποία συνήφθη την ίδια ημέρα της βλάβης (30.9.2025) προνοεί αποκλειστικά τη διενέργεια εξετάσεων μόνον, χωρίς την παροχή ιατρικής γνωμάτευσης ακτινολόγων».
Οι ιατρικές γνωματεύσεις, αναφέρεται στην Έκθεση, «διενεργήθηκαν μέσω τηλεδιάγνωσης από συγκεκριμένη εταιρεία στην Ελλάδα, παρά την παρουσία εφημερεύοντος ακτινολόγου στο γενικό νοσοκομείο Λευκωσίας, αφού οι ακτινολόγοι του νοσηλευτηρίου, αρνήθηκαν να παράσχουν υπηρεσίες επικαλούμενοι λόγους πρακτικούς και ιατρικούς».
«Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, σε όλες τις επαρχίες, είχαν ήδη εξασφαλιστεί από τη Διοίκηση του ΟΚΥπΥ, συμφωνίες πλήρους (24ωρης) κάλυψης με εξαίρεση την επαρχία Λευκωσίας, όπου η κάλυψη περιορίζεται στο κανονικό ωράριο εργασίας των αναδόχων. Πέραν των ανωτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι ο αξονικός τομογράφος εμφάνισε δύο διαδοχικές βλάβες σε μικρό χρονικό διάστημα, γεγονός που θέτει ερωτηματικά ως προς τη συντήρησή του».
Κατά τον έλεγχο, διαπιστώθηκε «η απουσία νομοθετικού πλαισίου στην παροχή υπηρεσιών τηλεδιάγνωσης που να διασφαλίζει την ποιότητα παροχής των εν λόγω υπηρεσιών».
Με αφορμή τη συμφωνία αγοράς υπηρεσιών τηλεδιάγνωσης από συγκεκριμένη εταιρεία στην Ελλάδα, η Ελεγκτική Υπηρεσία, όπως αναφέρεται, «ζήτησε με επιστολή της προς το υπουργείο Υγείας και την Εθνική Αρχή Ηλεκτρονικής Υγείας όπως διευκρινιστεί κατά πόσο οι τηλεδιαγνωστικές υπηρεσίες καλύπτονται σήμερα από υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και κατά πόσο υπάρχουν οι απαραίτητοι μηχανισμοί διασφάλισης και εποπτείας της ποιότητας, της ασφάλειας και της επάρκειας των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους ασθενείς
Σε απαντητική επιστολή της «η Εθνική Αρχή Ηλεκτρονικής Υγείας, μας πληροφόρησε ότι η εφαρμογή της τηλεδιαγνωστικής στην Κύπρο πραγματοποιείται χωρίς ειδικό, ολοκληρωμένο και αυτοτελές νομοθετικό πλαίσιο». Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι δεν υφίστανται ειδικοί επαρκείς μηχανισμοί για την πλήρη διασφάλιση της ποιότητας και ασφάλειας των εν λόγω υπηρεσιών, καθώς επίσης απουσιάζει και το ειδικό νομικό πλαίσιο ως προς την κατανομή της νομικής ευθύνης μεταξύ των εμπλεκομένων».
(Αναφέρεται ότι οι εξ’ αποστάσεως υπηρεσίες ακτινολογίας εφαρμόζονται σε μεγάλο βαθμό στην Κύπρο και από τον ιδιωτικό τομέα, εντός και εκτός ΓεΣΥ).
Αναμονή για ειδικό γιατρό και διαφωνίες μεταξύ κλινικών
Ιδιαίτερα σημαντικές, αν και όχι καινούριες, είναι οι διαπιστώσεις που αφορούν τους χρόνους παραμονής των ασθενών στα ΤΑΕΠ.
Σύμφωνα με την Έκθεση, «σε πέντε περιπτώσεις, ασθενείς που επισκέφθηκαν το ΤΑΕΠ μεταξύ των ωρών 11:44 στις 30.9.2025 και 00:55 της επόμενης μέρας, στις 07:30 εκκρεμούσε ακόμη η εξέτασή τους από εφημερεύοντες ειδικούς ιατρούς. Σημειώνεται ότι στις 14:30, ο ένας από τους συγκεκριμένους ασθενείς ανέμενε ακόμη εξέταση από νευρολόγο».
«Κατά τη διάρκεια του ελέγχου που διενεργήθηκε στο ΤΑΕΠ Λεμεσού, διαπιστώθηκε περιστατικό κατά το οποίο ο ασθενής έχρηζε γνωμάτευσης από ιατρό ειδικότητας νευροχειρουργικής, αυτή ζητήθηκε μέσω τηλεομοιότυπου από το Γ.Ν. Λευκωσίας και λήφθηκε με καθυστέρηση, ενώ ο ασθενής είχε ήδη διακομιστεί για νοσηλεία σε νοσηλευτήριο του ΟΚΥπΥ στην επαρχία Λευκωσίας.
«Η Υπηρεσία μας, με αφορμή το πιο πάνω περιστατικό, εξέφρασε την ανησυχία της για την πρακτική που εφαρμόζει ο ΟΚΥπΥ, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν διαθέτει κρίσιμη ειδικότητα σε νοσηλευτήρια του δικτύου του», αναφέρεται στην έκθεση.
Επιπρόσθετα, κατά τον συγκεκριμένο έλεγχο διαπιστώθηκε «ότι ο μέσος χρόνος παραμονής στο ΤΑΕΠ ήταν πέντε ώρες και 15 λεπτά στο γενικό νοσοκομείο Λευκωσίας και δύο ώρες και 49 λεπτά στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, ενώ ο μέγιστος χρόνος παραμονής των ασθενών στο ΤΑΕΠ ήταν 11 ώρες και 28 λεπτά στη Λευκωσία και 6 ώρες στη Λεμεσό».
Στην έκθεση μάλιστα γίνεται αναφορά σε διαφωνίες μεταξύ κλινικών των νοσηλευτηρών.
Κάποια περιστατικά, αναφέρεται στην Έκθεση, «καθυστερούν μόνο και μόνο επειδή υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διευθυντών κλινικών (ειδικοτήτων) ως προς την απόφαση σε ποια ειδικότητα ανήκει το περιστατικό. Οι διαφωνίες των υπεύθυνων κλινών δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να προκαλούν καθυστέρηση στη διαχείριση περιστατικών».
Εισαγωγές με υπογραφή ειδικευόμενων
Θέματα ιατρικής ευθύνης αλλά και κινδύνων με τους οποίους ενδεχομένως να έρχονται αντιμέτωποι οι ασθενείς εγείρει η Ελεγκτική Υπηρεσία, κάνοντας αναφορά σε εισαγωγές ασθενών που γίνονται με την υπογραφή ειδικευόμενων και όχι ειδικών γιατρών.
«Η μη εφαρμογή των διαδικασιών του Οργανισμού από τους ειδικούς και ειδικευόμενους ιατρούς, ενδεχομένως να θέτει σε κίνδυνο την υγεία των ασθενών, καθώς και να δημιουργεί ζητήματα λογοδοσίας και νομικής ευθύνης», αναφέρει η Ελεγκτική Υπηρεσία σημειώνοντας ότι στη Λευκωσία, μόνο 1 από 15 έντυπα εισαγωγής υπογράφηκε από εφημερεύοντα ειδικό ιατρό, ενώ 13 υπογράφηκαν από ειδικευόμενους.
Σημειώνεται ότι, «ενώ κατά τη διάρκεια του αιφνιδιαστικού ελέγχου στο νοσοκομείο Λευκωσίας, επιβεβαιώθηκε η φυσική παρουσία ειδικού ιατρού καρδιολογίας, δύο από τις πιο πάνω περιπτώσεις υπογραφής των εντύπων εισαγωγής από ειδικευόμενο ιατρό, αφορούν στην ειδικότητα της καρδιολογίας».
Επιπρόσθετα, «διαπιστώθηκαν δύο περιπτώσεις υπερηχοτομογραφήματος, στις οποίες η ιατρική γνωμάτευση συντάχθηκε και υπογράφηκε από ειδικευόμενο ακτινολόγο, παρότι ο εφημερεύων ακτινολόγος ήταν παρών και η φυσική παρουσία επιβεβαιώθηκε. Η πιο πάνω πρακτική ενέχει σοβαρούς κινδύνους, καθώς υπονομεύει την ποιότητα και την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών».
Σε ό,τι αφορά τη σύσταση, η Υπηρεσία, καλεί τον Οργανισμό να διασφαλίσει την εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών για τις εισαγωγές, ώστε τα έντυπα να υπογράφονται από τον εφημερεύοντα ειδικό ιατρό, όπως προβλέπεται.









