Αυλαία έπεσε σήμερα στην πολύκροτη υπόθεση των «χρυσών διαβατηρίων», πέντε χρόνια μετά τη δημοσιοποίηση του ρεπορτάζ του Al Jazeera, με το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας να αθωώνει τους κατηγορούμενους. Με απόφαση της πλειοψηφίας της τριμελούς σύνθεσης του Μόνιμου Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, ο τέως Πρόεδρος της Βουλής Δημήτρης Συλλούρης και ο επιχειρηματίας και πρώην βουλευτής Χριστάκης Τζιοβάνης απαλλάχθηκαν από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν.
Η ακροαματική διαδικασία είχε ξεκινήσει το 2022 και αφορούσε υποθέσεις που προέκυψαν από το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων επενδυτών, το οποίο τέθηκε στο επίκεντρο διεθνούς κριτικής μετά τη δημοσιοποίηση του σχετικού υλικού το 2020. Το δικαστήριο έκρινε κατά πλειοψηφία, ότι δεν στοιχειοθετούνται οι κατηγορίες σε βάρος των κατηγορουμένων, οδηγώντας στην πλήρη απαλλαγή τους. Την ίδια στιγμή, η δικαστής Μ. Κ. Λοΐζου, διαχώρισε τη θέση της και έκρινε πως θα καταδίκαζε τους δύο στην 3η κατηγορία και θα τους αθώωνε στην 1η και 2η.
Οι δύο τους αντιμετώπιζαν τρεις κατηγορίες για δύο αδικήματα: 1) Τα αδικήματα της εμπορίας επηρεασμού κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 5, 6 και 9 του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, Ν.23(ΙΙΙ)/2000 (ως τροποποιήθηκε από τον N.22(ΙΙΙ)/2012, και του άρθρου 12 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που ποινικοποιεί την Διαφθορά και άρθρο 20, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 («ΠΚ») (κατηγορίες 1 και 3)∙ και (2) της συνωμοσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 ΠΚ (κατηγορία 2).
Όπως αναφέρθηκε από την Έδρα, έναυσμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης αποτέλεσε η δημοσίευση του διεθνούς δικτύου ειδήσεων «Al Jazeera» βίντεο το οποίο σχετιζόταν με το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα (στο εξής «ΚΕΠ»), ωστόσο οι κατηγορίες που αντιμετώπισαν εν τέλει δεν σχετίζονται με αυτό, καθώς «το εν λόγω βίντεο δεν αποτέλεσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε μπορεί να αντληθεί οποιαδήποτε δικαστική γνώση ως προς το περιεχόμενο του».
Κατηγορούμενος 1 ήταν ο τότε Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων (στο εξής «ΠτΒ») και ο κατηγορούμενος 2, ο βουλευτής και στο πλαίσιο της δίκης διερευνήθηκαν αριθμός πολιτογραφήσεων στις οποίες εμπλέκονταν εταιρείες συμφερόντων του κατηγορούμενου 2, με την Κατηγορούσα Αρχή να προωθεί κατηγορίες σε σχέση με την πολιτογράφηση δύο επενδυτών.
Εκτενής αναφορά έγινε και στην περίπτωση του Ανδρέα Πιττάτζη, για τον οποίο αποσύρθηκαν οι κατηγορίες, με την Έδρα να αναφέρεται στο ιστορικό που οδήγησε στην αναστολή της υπόθεσης εναντίον του.
Στην απόφαση οι δικαστές στάθηκαν στο γεγονός ότι απουσιάζουν ουσιώδεις μάρτυρες για τους οποίους δεν δόθηκαν εξηγήσεις από την κατηγορούσα Αρχή, ενώ έγινε λόγος για μηνύματα που αντάλλαξε ο Ανδρέας Πιττάτζης με επενδυτή και μάρτυρα, τα οποία δεν κατατέθηκαν στο δικαστήριο.
Στην μακροσκελή απόφαση 170 σελίδων (δείτε την ΕΔΩ) καταγράφονται αναλυτικά τα σημεία τα οποία έλαβε υπόψη η πλειοψηφία στην αθωωτική απόφαση.
Τι δεν αποδείχθηκε – Λόγος για ανακριτικά κενά
Σύμφωνα με την απόφαση, για τους σκοπούς της κατηγορίας 1 σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι οι δύο κατηγορούμενοι:
(1) μεταξύ Οκτωβρίου 2017 και Φεβρουαρίου 2019, στην επαρχία Λευκωσίας και επαρχία Αμμοχώστου∙
(2) αποδέχθηκαν από τον ΑΗΑ∙
(3) την παροχή παράτυπου πλεονεκτήματος, δηλαδή την αποκόμιση οικονομικού οφέλους∙
(4) για τους ίδιους ή/και προς όφελος των εταιρειών Nissini Ltd, Lanuza Ltd και Fidescorp Ltd∙
(5) για να ασκήσουν ανάρμοστο επηρεασμό, σε δημόσιο λειτουργό,
(6) ώστε αυτός να προβεί σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του για την (α) αποδοχή υποβολής και (β) επίσπευση εξέτασης αίτησης για την επίτευξη της κατ’ εξαίρεση πολιτογράφησης της αλλοδαπής ZA, ως Κύπριας πολίτη, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του Ν.141(1)/2002, ως και τα κριτήρια που θεσπίστηκαν από το ΥΣ, για την εν λόγω πολιτογράφηση.
Η πλειοψηφία των δικαστών αναφέρει πως έχουν λάβει ιδιαίτερα υπόψη τα όσα ανέφερε η Κατηγορούσα Αρχή στην αγόρευσή της, ωστόσο καταγράφει πως τα ακόλουθα σημεία των εισηγήσεων της δεν έχουν αποδειχθεί:
- «Η θέση του ΜΚ 9 (σ.σ. μάρτυρας κατηγορίας 9) ότι ο ΑΗΑ στράφηκε στη Fidescorp Ltd γιατί δεν ήταν ικανοποιημένος που δεν μπορούσε να γίνει δεκτή η καταχώριση της αίτησης της ΖΑ προτού εγκριθεί η πολιτογράφηση του ιδίου και πριν αυτή κλείσει το 28ο έτος της ηλικίας της. Από την ενώπιον μας μαρτυρία διεφάνη ότι ο ΑΗΑ είχε προβεί σε άλλες επενδύσεις με άλλη εταιρεία οι οποίες θα μπορούσαν, σύμφωνα με εκπρόσωπο της εταιρείας του ΜΚ 9, να λογιστούν προς όφελος της. Η πτυχή αυτή δεν ξεκαθαρίστηκε. Δεν κατέστη ευκρινές επομένως κάτω από ποιες περιστάσεις ο ΑΗΑ έδωσε οδηγίες στη Fidescorp Ltd για προώθηση της αίτησης της θυγατέρας του.
- Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε δεκτή αρχικά η αποδοχή της αίτησης δεν είναι αυτές που εισηγείται η Κατηγορούσα Αρχή. Και οι δύο μάρτυρες, ΜΚ 11 και 13, αρνήθηκαν ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε αθέμιτη πίεση από οποιοδήποτε πρόσωπο. Ούτε θυμούνταν να αναφέρουν κάτι συγκεκριμένο. Παραμένει μόνο η καλυπτική επιστολή της Fidescorp Ltd την οποία ο ΜΚ 13 ενέκρινε. Η παράκαμψη, ως ανέφερε ο ΜΚ 13, ήταν εντός της διακριτικής του ευχέρειας για ανθρωπιστικούς λόγους. Το ίδιο και η επίσπευση.
- Οι αναφορές για «πιεστικά τηλεφωνήματα» και παραπομπή σε ηλεκτρονικό μήνυμα της ΜΚ 11, θα είχαν σημασία αν συνοδεύονταν από ειδική αναφορά ως προς το τι αυτά συνιστούσαν. Η τηλεφωνική επικοινωνία με την οποία κάποιος ζητά ενημέρωση για την εξέλιξη αίτησης από μόνη της δεν είναι αθέμιτη. Πρέπει να υπάρχει και πρόθεση διαφθοράς. Εν προκειμένω φαίνεται να υπήρχε κάποια καθυστέρηση από πλευράς ΥΠΟΙΚ το οποίο ζητούσε διευκρινίσεις για την οικονομική πτυχή των πράξεων, ζητήματα τα οποία διαχειριζόταν το Γραφείο του ΜΚ 9 και όχι η Fidescorp Ltd.
- Αν και το κατά πόσο εν τέλει ασκήθηκε ο αθέμιτος επηρεασμός δεν είναι συστατικό του αδικήματος, αποτελεί ένδειξη ή στοιχείο το οποίο σωρευτικά με άλλα θα μπορούσε να καταδείξει τη συμφωνία πώλησης επιρροής. Εν προκειμένω δεν φαίνεται να ασκήθηκε επηρεασμός αφού η αίτηση αξιολογήθηκε ως είχε.
- Ο διορισμός της Fidescorp Ltd, και η σχέση των κατηγορουμένων 1 και 2 μεταξύ τους δεν οδηγούν από μόνα τους σε συμπέρασμα ότι ήταν αποδέκτες αθέμιτου ανταλλάγματος από τον ΑΗΑ, στον οποίο καταλογίζεται ενεργητική εμπορία επιρροής. Από την ενώπιον μας μαρτυρία εταιρείες των συμφερόντων του κατηγορούμενου 2 είχαν ήδη λάβει αντάλλαγμα για τις πωλήσεις στον ΑΗΑ. Η αίτηση πολιτογράφησης του ΑΗΑ και των υπολοίπων εξαρτωμένων του δεν τους αφορούσε πλέον. Σημειώνουμε εδώ ότι ο ΑΗΑ είχε επενδύσει σε άλλα ακίνητα που δεν σχετίζονταν με εταιρείες του κατηγορουμένου 2 και τα οποία ενδεχομένως να κάλυπταν νέα επένδυση για σκοπούς πολιτογράφησης της ΖΑ.
(6) Οι επικοινωνίες του κατηγορουμένου 1, μέσω της ιδιαιτέρας του, και έχοντας κατά νου ότι οι ερωτήσεις περιστρέφονταν στην πορεία της αίτησης, δεν μπορούν, άνευ ετέρου, να οδηγήσουν και σε συμπέρασμα ότι πωλούσε επιρροή στον ΑΗΑ προς όφελος του πρώην γαμπρού του. Εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ΑΗΑ απευθύνθηκε στη Fidescorp Ltd γιατί θα βοηθούσε ο κατηγορούμενος 1, με βάση τα ενώπιον μας δεδομένα, θα αποτελούσε εικασία. Η Σύμβαση δεν απαγορεύει κάθε επικοινωνία ακόμη και αν αυτή είναι θεσμικά μεμπτή. Απαγορεύει τη λήψη ανταλλάγματος με σκοπό τον αθέμιτο επηρεασμό. Η ύπαρξη της «εξουσιοδοτήσεως» του Προέδρου της Δημοκρατίας για προώθηση ξένων επενδύσεων, όσο και αν δημιουργεί θεσμικά ερωτήματα, θέτει εν αμφιβόλω τη θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 ενεργούσε με πρόθεση διαφθοράς και έναντι ανταλλάγματος».
Ως εκ τούτου το δικαστήριο έκρινε ότι η κατηγορία 1 δεν έχει αποδειχθεί.
Για τους σκοπούς της κατηγορίας 3 σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι οι δύο κατηγορούμενοι:
(1) μεταξύ Ιανουαρίου 2019 και Ιουνίου 2019 στη Λευκωσία∙
(2) αποδέχθηκαν από τον NG∙
(3) την παροχή παράτυπου πλεονεκτήματος, δηλαδή την αποκόμιση οικονομικού οφέλους∙
(4) για τους ιδίους και/ή προς όφελος άλλων προσώπων, ήτοι των εταιρειών GG Virgin Rosa Ltd και Zhitang Bigbang Company Ltd∙
(5) για να ασκήσουν ανάρμοστο επηρεασμό, στον Γενικό Διευθυντή του ΥΠΕΣ, δημόσιο λειτουργό∙
(6) ώστε αυτός να προβεί σε πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων του για την επίτευξη της κατ’ εξαίρεση πολιτογράφησης του NG, ως Κύπριου πολίτη, (α) χωρίς την έκδοση άδειας παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία και (β)χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του Ν.141(Ι)/2002, ως και τα κριτήρια που θεσπίστηκαν από το ΥΣ, για την εν λόγω πολιτογράφηση.
Σε σχέση με την κατηγορία 2, αυτή της συνωμοσίας, η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει σε ότι:
(1) oι κατηγορούμενοι 1 και 2, μεταξύ Ιανουαρίου 2019 και Ιουνίου 2019 στην Επαρχία Λευκωσίας και Αμμοχώστου,
(2) συνωμότησαν μεταξύ τους, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, να καταδολιεύσουν την Δημοκρατία για την επίτευξη της πολιτογράφησης του NG,
(α) χωρίς την έκδοση άδειας παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία και
(β) χωρίς αυτός να πληροί τις προϋποθέσεις του Ν.141(Ι)/2002, ως και τα κριτήρια που θεσπίστηκαν από το ΥΣ.
Οι δικαστές αναφέρουν πως η Κατηγορούσα Αρχή, στην αγόρευσή της προέβη σε εισηγήσεις ως προς τη μαρτυρία η οποία, κατά τη θέση της, οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής των κατηγορουμένων 1 και 2. Όπως σημειώνουν, εξέτασαν τις θέσεις της με ιδιαίτερη προσοχή και στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας που εκτέθηκε ανωτέρω, ωστόσο κρίνουν ότι και αυτές οι κατηγορίες δεν έχουν αποδειχθεί.
Και εξηγούν:
- «Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είχε δύο άξονες. Ο NG θα προέβαινε σε αγορά προκειμένου να επιτυγχανόταν η εξαίρεση μόνιμης διαμονής οπόταν και τα χρήματα που έκανε έμβασμα σε λογαριασμό πελατών του ΑΠ (Ανδρέα Πιττάτζη) δεν καταβλήθηκαν στις εταιρείες συμφερόντων του κατηγορούμενου 2. Παρουσιάστηκε επομένως ψευδώς με βεβαιώσεις ότι είχε γίνει η καταβολή του ποσού. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθέμιτα ανέλαβαν να επιτευχθεί η εξαίρεση που ζητείτο ώστε να μην ναυαγήσει η πώληση.
(2) Η Κατηγορούσα Αρχή συναρτά τις προθέσεις του NG και του κατηγορούμενου 2 με το «Reservation Agreement» (Τεκμήριο 24). Η διαβεβαίωση ότι υφίσταται η δυνατότητα εξασφάλισης της εξαίρεσης μας προβλημάτισε. Αυτό από μόνο του όμως δεν αποδεικνύει μεμπτή συμπεριφορά. Από το λεκτικό της συμφωνίας δεν είναι εμφανές αν επακολούθησε άλλη. Προκύπτει το ερώτημα γιατί η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμούσε να καταθέσει και άλλη συμφωνία ως Τεκμήριο 96.
Αυτό που μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα, είναι ότι οι τελικές συμφωνίες πώλησης δεν περιείχαν τέτοιο όρο και ότι αναφερόταν ρητά ότι το ποσό είχε καταβληθεί.
- Ως έχουμε δεχθεί, το αντίτιμο είχε όντως καταβληθεί σε λογαριασμό του ΑΠ με δικαιούχο τον NG. Τα χρήματα όμως τελούσαν υπό τον έλεγχο του ΑΠ και είχαν κατατεθεί για σκοπούς αγοράς της συγκεκριμένης επένδυσης. Μεταφορά ή νέο έμβασμα για άλλο σκοπό θα απαιτούσε νέα δικαιολογητικά. Περαιτέρω, είναι δεκτό ότι το ποσό καταβλήθηκε μετά την πολιτογράφηση. Αναφέραμε ανωτέρω το κενό που δημιουργήθηκε από τη μη παρουσίαση μαρτυρίας από λειτουργούς του ΥΠΟΙΚ. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς αποφάσισαν, από τη στιγμή που είχαν ενώπιον τους την κατάθεση σε λογαριασμό πελατών. Δεν έχουμε μαρτυρία επομένως για το τί δεν θα ήταν αποδεκτό από πλευράς τους στην πλήρωση των οικονομικών κριτηρίων.
- Από την ενώπιον μας μαρτυρία και δη της ΜΥ 3, διεφάνη επίσης ότι οι βεβαιώσεις πληρωμής ζητήθηκαν και εκδόθηκαν με πρωτοβουλία του δικηγόρου ΑΠ, ο οποίος φέρεται να ενεργούσε ως πληρεξούσιος του NG και ως δικηγόρος των εταιρειών του κατηγορούμενου 2. Οι ενέργειες του σίγουρα δεν έχουν συσχετιστεί καθ’ οιωνδήποτε τρόπο με τον κατηγορούμενο 1. Έχουμε επίσης δεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε υπογράψει τις βεβαιώσεις γιατί εκείνη την ημέρα απουσίαζε ο πρώην κατηγορούμενος 3.
- Όσον αφορά την αλληλογραφία για την επίτευξη της εξαίρεσης, ουδείς των ΜΚ 10, 11 και 13 ανέφερε ότι δέχθηκε αθέμιτη πίεση. Ο ΜΚ 10 μάλιστα ανέφερε ότι το ζήτημα δεν ήταν ιδιαίτερης σοβαρότητας. Η επανεξέταση έγινε από τον ΜΚ 13 και έτυχε έγκρισης χωρίς άλλη επικοινωνία.
(6) Τίθεται το εξής ερώτημα – με ποια αρμοδιότητα ο κατηγορούμενος 1 προώθησε το αίτημα μέσω φαξ και προς τι η τηλεφωνική επικοινωνία;
Η απάντηση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι το έπραξε σε συνεννόηση με τον κατηγορούμενο 2 και προφανώς δεχόμενος, ο ίδιος και ο κατηγορούμενος 2 αντάλλαγμα από τον NG για άσκηση επιρροής στον ΜΚ 10 που δεν ήταν άλλη από την καταβολή του αντιτίμου πώλησης.
- Από την ενώπιον μας μαρτυρία δεν προκύπτει ότι ο NG ζήτησε να ασκήσει επιρροή είτε ο κατηγορούμενος 1 είτε ο κατηγορούμενος 2 έναντι ανταλλάγματος. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι οι δηλώσεις του ΑΠ και του ΤΚ στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που εντοπίστηκε δεν συνιστούν μαρτυρία κατά του κατηγορούμενου 2 ή του κατηγορούμενου 1. Οι οποιεσδήποτε δηλώσεις του ΑΠ δεν δεσμεύουν ποινικά τον NG.
- Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το αδίκημα της εμπορίας επιρροής προϋποθέτει αντάλλαγμα. Εν προκειμένω δεν υφίστατο τίποτε άλλο από το αντίτιμο πώλησης. Οι αναφορές των μαρτύρων της Αστυνομίας για την εργοδότηση της ΔΣ στον «Όμιλο Τζιοβάνη» δεν οδηγούν πουθενά αφού από τη μαρτυρία του ΜΥ 4 διαφαινόταν να είχε κανονική συμφωνία με μηνιαίες συμφωνηθείσες απολαβές.
(9) Επομένως, ακόμη και αν δεχθούμε ότι η προώθηση της επιστολής εκ νέου για εξαίρεση ήταν θεσμικά μεμπτή και εκτός του ρόλου που είχε βάσει της προεδρικής «εξουσιοδότησης» δεν μπορεί να προκύψει εύρημα για εμπορία εύνοιας εν τη εννοία της σύμβασης».
Ως εκ τούτου η κατηγορία 3 δεν έχει αποδειχθεί.
Στην απόφαση αναφέρεται πως σε απόρριψη υπόκειται και η κατηγορία 2, «καθότι δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 και του NG υπήρξε συμφωνία να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω συμφωνία για την επίτευξη ενός νόμιμου σκοπού με νόμιμα μέσα δεν αποτελεί συνωμοσία προς καταδολίευση, όσο επαίσχυντος και ασυνείδητος κι αν είναι ο σκοπός ή το μέσο, χωρίς βεβαίως να υιοθετούμε ότι ήταν όντως τέτοια η περίπτωση».
Προστίθεται πως «δεν μας διαφεύγει ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 ανέφερε ότι οι κατηγορίες 2 και 3 θα έπρεπε να απορριφθούν καθότι η μη ανάκριση των κατηγορουμένων 1 και 2 (ως επίσης και του Ανδρέα Πιττάτζη) για το Τεκμήριο 24 και την εντοπισθείσα αλληλογραφία (Τεκμήρια 24 – 35) έπληξε το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω ουδέποτε ανακρίθηκαν για τα ζητήματα που αφορούσαν το «Reservation Agreement» και την καταβολή των χρημάτων. Επωμίστηκε η Υπεράσπιση το βάρος παρουσίασης μαρτυρίας για τα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν για την έκδοση των βεβαιώσεων. Τούτο κατά τη θέση μας συνιστά ουσιώδες ανακριτικό κενό και επομένως κενό στη μαρτυρία.
Οι πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε ο συνήγορος [βλ. Δημοκρατία v Αχιλλίδη κ.α., Αρ Υπόθεσης 32547/14, 7/6/2017 και Δημοκρατία v Γεωργούδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης 17540/20, 7/6/2022] μας βρίσκουν σύμφωνους όσον αφορά την ανάλυση της νομολογίας επί του θέματος. Στη Νικολάου v Δημοκρατίας (2014) 2Α ΑΑΔ 376, 389, αναφέρθηκε [με αναφορά στις Panovits v Cyprus, Application (No. 4) 268/04, 11/13/2008, Κάππελος v Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 241, Sofri a.ο. v Italy [2004] Crim LR 846 και Monat v DPP [2001] 2 Cr App R 23] ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων και ότι στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου».
Όμως, τονίζουν, «για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής και, το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Εν προκειμένω, η μη ανάκριση των κατηγορουμένων 1 και 2 ως προς την οικονομική πτυχή της συμφωνίας με τον NG, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία που αφορούσε την έκδοση των βεβαιώσεων είχε ληφθεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΤΚ δεν ήταν προσβάσιμη στο σύνολο της έθεσε τους κατηγορούμενους 1 και 2 σε μειονεκτική θέση καθότι, ήρθαν αντιμέτωποι με αυτά τα δεδομένα κατά τη δίκη. Υποχρεώθηκαν να εντοπίσουν την αλληλογραφία από άλλη πηγή ώστε να δοθούν οι αναγκαίες εξηγήσεις».
«Η όλη διαχείριση μας προβλημάτισε», συνεχίζουν οι δικαστές. Αν και τίθεται ζήτημα δίκαιης δίκης συνεκτίμησαν, όπως αναφέρουν, στο σκεπτικό τους τα πιο πάνω ανακριτικά κενά αξιολογώντας τη μαρτυρία στο σύνολό της. «Ενόψει της αθωωτικής μας κατάληξης θεωρούμε ότι έχει καταστεί άνευ αντικειμένου η οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση για το θέμα της δίκαιης δίκης», καταλήγουν.
Ως εκ τούτου με απόφαση των δικαστών Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. και Ν. Οικονόμου, Α.Ε.Δ., οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ήτοι τις κατηγορίες 1, 2 και 3.
Το σκεπτικό της απόφασης της μειοψηφίας
Την ίδια στιγμή, η δικαστής Μ. Κ. Λοΐζου, διαχώρισε τη θέση της και έκρινε πως θα καταδίκαζε τους δύο στην 3η κατηγορία και θα τους αθώωνε στην 1η και 2η. Η ίδια, διαβάζοντας το σκεπτικό της δικής της απόφασης, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην αξιολόγηση κρίσιμων μαρτύρων, σημειώνοντας πως «μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τις μαρτυρίες και να τις αξιολογήσει «με το σύνολο της μαρτυρίας και τη λογική και όχι μόνο με την ατομική κρίση». Όπως είπε το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας είναι «περίπλοκο και λεπτό».
Όσον αφορά το email που επιβεβαιώθηκε ως αυθεντικό -το τεκμήριο 24- είπε πως αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και θεωρεί ότι μπορεί να αποδώσει βαρύτητα μόνο στον βαθμό της συμφωνίας καθώς και της συμφωνίας κράτησης, δηλαδή των συνημμένων. Διαφώνησε με την πλειοψηφία για τον μάρτυρα κατηγορίας 5, ο οποίος δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. «Δεν συμφωνώ με την πλειοψηφία ότι η μαρτυρία του προκαλεί προβληματισμό», είπε και πρόσθεσε πως δεν προσπάθησε να αποκρύψει οτιδήποτε.
Όσον αφορά τον μάρτυρα κατηγορίας 13, η δικαστής εντόπισε αντιφάσεις, σημειώνοντας πως ο ίδιος είχε παραδεχθεί πως μία από τις παθογένειες του ΚΕΠ ήταν η απουσία επαρκούς νομοθετικού πλαισίου.
Όπως είπε, η ίδια κρίνει πως «παρά το γεγονός ότι η Βουλή δεν είχε θεσμική ανάπτυξη στο ΚΕΠ, εντούτοις ο κ. Συλλούρης είχε την ιδιότητα να προωθεί τα συμφέροντα της Κύπρου στο εξωτερικό με εντολή του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας. Αφενός η Βουλή δεν είχε θεσμικό ρόλο στο ΚΕΠ, δεν δέχομαι όμως και απορρίπτω την γενικόλογη δήλωσή του ότι στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής διπλωματίας ασχολήθηκε με την προώθηση του ΚΕΠ».
Διαφωνία υπήρξε από την πλευρά της δικαστού και σε ό,τι αφορά στη μαρτυρία του υπουργού Εσωτερικών. «Στόχευσή του ήταν να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τις δικές του πράξεις, ώστε να μην αποδοθεί και στον ίδιο μεμπτή συμπεριφορά. Αυτή η στόχευση του ήταν εμφανής», είπε και αμφισβήτησε την αυστηρότητά του. Αντιθέτως, είπε η δικαστής, εκ των υστέρων ο Υπουργός προσπάθησε να δικαιολογήσει τις αποφάσεις του. «Υπήρχαν διαφορετικές εκδοχές». Δεν μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία του και την απέρριψε, είπε η δικαστής.
Η δικαστής ανέφερε πως 56 από τα 103 μηνύματα δεν ανοίγουν και δεν ήταν σε θέση να τα χρησιμοποιήσει η κατηγορούσα Αρχή, ενώ στάθηκε στην μη κλήτευση ουσιωδών μαρτύρων.
Σχετικά με την κατηγορία 1, ανέφερε πως ο κ. Συλλούρης μεσολάβησε για την παράνομη πολιτογράφηση, λέγοντας πως «είναι ανάρμοστο ο Πρόεδρος της Βουλής, ενώ δεν έχει θεσμική αρμοδιότητα στο ΚΕΠ να ενδιαφέρεται μόνο για περιπτώσεις πελατών του Χριστάκη Τζιοβάννη». Για την κατηγορία 2, είπε η δικαστής, δεν αποδείχθηκε ότι ο Συλλούρης εμπλέκεται και δεν δύναται να καταδικαστεί ούτε ο Τζιοβάννη σε αυτή.
Ωστόσο, σε σχέση με την κατηγορία 3, τόνισε πως πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. «Ο κατηγορούμενος 1 -Συλλούρης- προωθούσε τα συμφέροντα του κατηγορούμενου 2 -Τζιοβάνη- για το ΚΕΠ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η δικαστής έφερε ως παράδειγμα την υπόθεση Οδυσσέα Μιχαηλίδη, λέγοντας πως «τα όσα το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο είχε αναφέρει στην απόφαση για παύση του Γενικού Ελεγκτή ισχύουν και για τους βουλευτές. Οι αξιωματούχοι δεν εκτελούν μόνο τα καθήκοντα της θέσης αλλά πρέπει να αποτελούν πρότυπα και να διαμορφώνουν αξίες και να υπηρετούν από τη θέση τους το κοινό καλό». Συμφώνησε πως η Βουλή δεν είχε θεσμικό ρόλο στο ΚΕΠ, ωστόσο, σημείωσε πως η προσωπική εξουσιοδότηση από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας για προσέγγιση ξένων επενδύσεων στην Κύπρο δεν μπορεί να ισχύει μόνο για τους πελάτες του κατηγορουμένου 2». Τα όσα έγιναν, είπε, δεν μπορεί να είναι αθώα».


