Αύξηση στα πωλητήρια έγγραφα. Αύξηση στις μεταβιβάσεις. Αύξηση στη ζήτηση. Αύξηση όμως και στις τιμές. Η αγορά ακινήτων διανύει μια παρατεταμένη περίοδο ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, εξέλιξη η οποία από τη μια συμβάλλει στην θετική πορεία της κυπριακής οικονομίας, καθώς πρόκειται για ένα από τους ζωτικούς της κλάδους.
Από την άλλη, όμως, η πορεία αυτή δεν μεταφράζεται σε όφελος για μεγάλη μερίδα των πολιτών, οι οποίοι έχουν αποκλειστεί από την αγορά, τόσο στο κομμάτι των πωλήσεων, όσο και στο κομμάτι των ενοικίων. Η ενίσχυση της ζήτησης και η προσιτή στέγαση, αποτελούν τα ζητούμενα για την αγορά το 2026, ώστε να μην ενισχυθούν οι όποιες στρεβλώσεις.
Ιδιάζουσες συνθήκες στην αγορά
Επαγγελματίες της αγοράς ακινήτων με τους οποίους επικοινωνήσαμε, ανέφεραν στον «Φ» ότι η αγορά κινείται σε διάφορες ταχύτητες τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας ιδιάζουσες συνθήκες, οι οποίες εν πολλοίς διαμορφώνουν και το οικιστικό απόθεμα της χώρας μας. Το οποίο όμως δεν κρίνεται κατάλληλο για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού.
Κυρίως για τη μεσαία και χαμηλή εισοδηματική τάξη. Ειδικότερα, από τη μια καταγράφεται μεγάλη εισροή ξένων εργαζομένων, οι οποίοι απασχολούνται στις οικοδομές, στην ξενοδοχειακή βιομηχανία και στην εστίαση (delivery), οι οποίοι ζητούν φθηνά διαμερίσματα, τα οποία βέβαια, είναι και μεγάλης ηλικίας.
Από την άλλη, υπάρχουν τα ξένα στελέχη εταιρειών που ζητούν μιας πιο υψηλής στάθμης ακίνητα, τα οποία ασφαλώς είναι και αρκετά πιο ακριβά. Δημιουργείται έτσι το φαινόμενο από τη μια να ανεγείρονται νέες οικίες για τη δεύτερη κατηγορία ατόμων, οι οποίες όμως είναι εκτός των δυνατοτήτων μιας μεγάλης μερίδας Κυπρίων, ενώ από την άλλη δεν προκύπτει το κίνητρο να ανανεωθεί το οικιστικό απόθεμα, αφού εξακολουθεί να υπάρχει η ζήτηση για παλαιότερα και φθηνότερα ακίνητα.
Τα ζητούμενα του 2026
Ως εκ τούτου και με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, τα ζητούμενα για το 2026 είναι από τη μια να δοθούν κίνητρα για να ανανεωθεί το οικιστικό απόθεμα της χώρας και από την άλλη να ενισχυθεί η προσφορά, κυρίως με ακίνητα προσιτής στέγασης που θα ικανοποιήσει την αυξημένη ζήτηση. Κάτι που επισημαίνει και ο πρόεδρος του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών, Μαρίνος Κυναιγείρου, ο οποίος σημείωσε μεταξύ άλλων ότι «το 2026 αναμένουμε πως η αγορά θα ακολουθήσει μια πορεία σταθεροποίησης. Το μεγάλο ζητούμενο και για τη νέα χρονιά είναι η προσιτή στέγαση.
Οι τιμές έχουν αυξηθεί και πρέπει να βρεθούν λύσεις για τα νοικοκυριά, τους συμπατριώτες μας, που δυσκολεύονται να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι».
Από την πλευρά του, ο Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Landbank, Ανδρέας Χριστοφορίδης, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα πρόσφατης ανάλυσης της Landbank Analytics, σε σχέση με τις περιοχές που οδηγούν την κούρσα της κυπριακής αγοράς ακινήτων, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: «Η λεπτομερής ανάλυση των στοιχείων, αναδεικνύει την πολυμορφία της κυπριακής αγοράς ακινήτων. Η Λεμεσός και ο Ακάμας λειτουργούν ως μαγνήτες κεφαλαίων υψηλής εισοδηματικής στάθμης, διατηρώντας τις τιμές σε επίπεδα ρεκόρ.
Αντίθετα, η Λάρνακα και η Λευκωσία αποδεικνύουν την ανθεκτικότητά τους μέσω του μεγάλου όγκου συναλλαγών, καλύπτοντας τη σταθερή ζήτηση για πιο προσιτή στέγη. Η ανάλυση των μέσων τιμών πώλησης αποκαλύπτει το πραγματικό βάθος της κυπριακής αγοράς».
Θετικό πρόσημο το 2025
Όσον αφορά στη χρονιά την οποία μόλις αφήσαμε πίσω μας, το πρόσημο για την αγορά ακινήτων ήταν εκ των πραγμάτων θετικό. Οι επιδόσεις που καταγράφηκαν το 2025 αποτυπώνουν την μεγάλη δυναμική που αναπτύχθηκε, καθώς σε ετήσια βάση σημειώθηκε αύξηση της τάξης του 15% στον αριθμό των πωλητηρίων εγγράφων, που κατατέθηκαν παγκύπρια την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου.
Όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, τα οποία επεξεργάστηκε το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών, το 2025 κατατέθηκαν συνολικά 18.114 πωλητήρια έγγραφα σε σύγκριση με 15.797 το 2024. Όσον αφορά στις μεταβιβάσεις, καταγράφηκε μικρή αύξηση στον όγκο κατά 0,77%, αλλά μεγάλη αύξηση της τάξης του 10% περίπου στην αξία τους, η οποία ξεπέρασε τα €4,7 δισ.









